ΒΙΒΛΙΟ

Γυναικοκτόνος… και του εαυτού της

Προσεγγίζοντας τη Φραγκογιαννού, την ηρωίδα της συγκλονιστικής νουβέλας «Η φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

gynaikoktonos-kai-toy-eaytoy-tis-561453373

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Η Φόνισσα – Κοινωνικόν Μυθιστόρημα 
πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης 
εκδ. Εστία, 2001

«Α! όσον το συλλογίζεται κανείς, “ψηλώνει ο νους του”!» (σελ. 77). Προκαλεί ίσως εντύπωση ότι η πιο γνωστή γυναικοκτόνος στην ελληνική λογοτεχνία, η «Φραγκογιαννού», «Η φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη δεν σχολιάζεται, απ’ όσο γνωρίζω, ως τέτοια. Η Φραγκογιαννού όχι μόνο σκοτώνει κορίτσια (συμπεριλαμβανομένης και της εγγονής της), αλλά τα σκοτώνει ακριβώς επειδή είναι κορίτσια. Αυτό όμως που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Φραγκογιαννού η ίδια είναι γυναίκα. 

Δεν θυμάμαι διαβάζοντας τη συγκεκριμένη νουβέλα στο παρελθόν, και σίγουρα την έχω διαβάσει αρκετές φορές, να διερωτώμαι γιατί ο Παπαδιαμάντης, εν έτει 1903, βάζει μια γυναίκα να σκοτώνει κορίτσια για να τα γλιτώσει από τα δεινά που τα περιμένουν, αλλά και για να ανακουφίσει τις οικογένειές τους που πασχίζουν να τα προικίσουν και να τα παντρέψουν; Η απάντηση εντοπίζεται τόσο στο ότι η εναλλακτική, «Ο φονιάς», δεν θα ήταν δυνατόν να ανασύρει στην επιφάνεια το τραγικό τού χαρακτήρα της Φραγκογιαννούς, αλλά και στο ότι ένας ανδρικός χαρακτήρας δεν θα μπορούσε να φτάσει σε αυτή την παράλογη λογική από την οποία εμφορείται η Φραγκογιαννού. Μόνο μια γυναίκα, είναι σαν να μας λέει ο Παπαδιαμάντης, θα έφτανε στη λογική της αντιστροφής των αξιών που αντιλαμβάνεται και διατυπώνει η Φραγκογιαννού ακριβώς επειδή είναι γυναίκα:

«Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια. Aρα όλαι αι μάστιγες εκείναι, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ’ η οστρακιά κ’ η διφθερίτις και άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και πλήγματα των πτερών των μικρών αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους ουρανούς όταν υποδέχωνται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως πληγάς, ως κακόν πράγμα. 

»Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, διά να σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι “σώζουν”, τότε πράγματι “χάνουν” το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν, όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της, ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι όποιος μισεί την ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φυλάξη. Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την εξορκίσουν;» (σελ. 76).

Μια πατριαρχία που δεν μπορεί καν να σταθεί στα πόδια της

gynaikoktonos-kai-toy-eaytoy-tis0
«Αφού η λύπη είναι χαρά και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγεία», πιστεύει η ηρωίδα. (Φωτ. ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΚΡΗΣ)

Η Φραγκογιαννού, σύζυγος του Ιωάννη Φράγκου, δεν είναι μόνο μια γυναίκα που έχει δεινοπαθήσει για να μεγαλώσει τα επτά της παιδιά· είναι και μια γυναίκα που, στη μειονεκτική λόγω φύλου θέση της, έχει επωμιστεί και τη διαχείριση της οικογένειάς της καθότι ο σύζυγός της αποδεικνύεται ανίκανος για οτιδήποτε πέραν της συνεισφοράς ενός πενιχρού μεροκάματου. Αξιοσημείωτο (και ουδόλως τυχαίο) ότι και ο άλλος γυναικείος χαρακτήρας που παρουσιάζεται με σχετική λεπτομέρεια στη νουβέλα, αυτός της μητέρας της Φραγκογιαννούς, φαίνεται να επωμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο τη «διαχείριση» του συζύγου της. Το γεγονός αυτό καθόλου δεν πρέπει να μας οδηγεί σε έωλα συμπεράσματα ότι η κοινωνία που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζεται από κάποιο είδος μητριαρχίας. Οι γυναίκες στη «Φόνισσα» ενδημούν σε μια πατριαρχία που δεν έχει καν τις ικανότητες να σταθεί στα πόδια της, να κουβαλήσει το ίδιο το βάρος της. Το κεφάλαιο «Δ» περιγράφει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο «Μούτρος», ένας από τους γιους της Φραγκογιαννούς, σε μια εμπλοκή του με τον νόμο καθώς τον καταδιώκουν δύο αστυφύλακες.

Δεν έχει σημασία για ποιο λόγο· αυτό που έχει σημασία, και γι’ αυτό εισάγει το περιστατικό αυτό ο Παπαδιαμάντης, είναι ότι ο Μούτρος, στην προσπάθεια να διαφύγει, χειροδικεί με χαρακτηριστική ευκολία έναντι της μητέρας του, και φτάνει μάλιστα στο σημείο να μαχαιρώσει την αδελφή του! Η κοινωνία που σκιαγραφεί ο Παπαδιαμάντης δεν χαρακτηρίζεται λοιπόν μόνο από οικονομικές δυσπραγίες και ποικιλόμορφα άχθη αλλά και από την αενάως χειριστική και υποτιμητική συμπεριφορά των ανδρών προς τις γυναίκες, είτε με την ανικανότητά τους είτε με το θράσος και τη βία αγριμιού που όταν απειλείται ξεσπάει στις οικείες του, τις οποίες και χρησιμοποιεί ως μέσο, για να γλιτώσει. 

«Η φόνισσα» συνιστά μια εις άτοπον απαγωγή (ένα reductio ad absurdum) για το τι θα έπρεπε να συμβεί σε αυτή την κοινωνία, με ψυχρή συνέπεια, για να επέλθει μια ισορροπία. Ποιο είναι το άτοπο που ευαγγελίζεται (sic) η Φραγκογιαννού; Μόνον η συστηματική θανάτωση κορασίδων θα επέφερε μια κάποια ανακούφιση στις γυναίκες που επωμίζονται το σύνολο της φροντίδας αυτής της κοινωνίας. Η Φραγκογιαννού δεν συνιστά λοιπόν μόνο κάτι «ξεχωριστό στον παπαδιαμαντικό κόσμο», όπως μας λέει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο δοκίμιο που προλογίζει την έκδοση της «Εστίας» που έχω στα χέρια μου, συνιστά κάτι ξεχωριστό γενικά. Η Φραγκογιαννού, μέσω των γυναικοκτονιών που διαπράττει κάθε φορά που φονεύει ένα κορίτσι, φονεύει και τον εαυτό της· όχι όμως ως άνθρωπος που στέκεται απέναντι στην «ακραία υπαρκτική δυνατότητα», όπως λέει ο Ζουμπουλάκης, αλλά ως γυναίκα που δολοφονεί το φύλο της γιατί τελικά οδηγείται στο παράλογο συμπέρασμα ότι αυτό είναι προς το καλύτερο. «Η φόνισσα» είναι πρωτίστως φόνισσα της υπόστασής της· είναι φόνισσα του φύλου της. 

Εφιστώ την προσοχή στην τελευταία φράση της: «Ω! να το προικιό μου!» αναφωνεί η Φραγκογιαννού καθώς πνίγεται γιατί αντικρίζει «[…] το Μποστάνι […] όπου της είχον δώσει προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν, και την εκουκούλωσαν, και την έκαναν νύφην οι γονείς της» (σελ. 200). Γιατί βάζει ο Παπαδιαμάντης, τη στιγμή που ξεψυχά η ηρωίδα του, μια τέτοια φράση στο στόμα της, και μάλιστα ρητά μάς λέει «Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της», αν δεν θέλει να υπογραμμίσει ένα δομικό γρανάζι του μηχανισμού που τελικά εξωθεί τη Φραγκογιαννού στις ειδεχθείς πράξεις της; Οσο λοιπόν και αν είναι η καταληκτική περίοδος της νουβέλας που αιχμαλωτίζει την προσοχή και τα βλέμματα των σχολιαστών –«Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης»– είναι η καταληκτική φράση της ηρωίδας που δίνει το υπόρρητο στίγμα αυτού του «κοινωνικού μυθιστορήματος».