ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ποιος δολοφόνησε τον Μπουεντία;

Οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί, η διαφθορά και το κοινό

poios-dolofonise-ton-mpoyentia-561471013

«Αν επρόκειτο να δολοφονηθώ για ένα ρεπορτάζ κι έπρεπε να ψελλίσω τα τελευταία μου –διάσημα στο μέλλον– λόγια, θα έλεγα: καλά να πάθω». Αυτό είχε γράψει ο Μεξικανός δημοσιογράφος Μανουέλ Μπουεντία (Manuel Buendia) λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί με τέσσερις σφαίρες στην πλάτη, έξω από τα γραφεία της ημερήσιας, υψηλής κυκλοφορίας, εφημερίδας Excelsior στην Πόλη του Μεξικού, στις 30 Μαΐου του 1984. 

Η διαφθορά των πολιτικών κάθε βαθμίδας, των κρατικών θεσμών, τα καρτέλ ναρκωτικών, η παρουσία και δραστηριότητα της CIA στη Λατινική Αμερική αλλά και ισχυροί δεσμοί δημοσιογράφων με όλα τα παραπάνω, αποτελούν τις συνδετικές αναφορές στην αφήγηση του ντοκιμαντέρ που προβάλλεται στο Netflix με τίτλο «Ιδιωτικό Δίκτυο: Ποιος σκότωσε τον Μανουέλ Μπουεντία;». Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μανουέλ Αλκάλα ακολουθεί –και αυτός– την εξίσωση «ερευνητική δημοσιογραφία ίσον ηρωική δημοσιογραφία» που είναι μια καθόλου κρυφή αφηγηματική συνταγή, αφού ταυτίζεται με τη στερεοτυπική αντίληψη του κοινού για το τι συνιστά γενικώς δημοσιογραφία και σίγουρα για το τι συνιστά την καλή δημοσιογραφία. Ετσι χρησιμοποιείται συχνά διευκολύνοντας μια μανιχαϊστική πρόσληψη της δημοσιογραφίας και των εκπροσώπων της εκ μέρους του θεατή –και άρα του καταναλωτή ειδήσεων– ο οποίος απολαμβάνει την εικόνα ενός ήρωα χωρίς σάρκα και οστά ενώ, ταυτοχρόνως, λοιδορεί συλλήβδην τους δημοσιογράφους της όποιας πατρίδας του, αδυνατώντας να συνθέσει μια ρεαλιστική σχέση ανάμεσα στην αξία που η δημοσιογραφία φέρει ανεξαρτήτως των εκπροσώπων της και στους ανθρώπους που την υπηρετούν. 

Απίθανες πιθανότητες

Και μπορεί συγγραφικά μεγέθη και στοχαστές όπως ο Σταντάλ, ο Μπαλζάκ, ο Στίβενσον, ο Μαξ Βέμπερ να έχουν περιγράψει στα αριστουργήματά τους με τα πλέον μελανά χρώματα τους δημοσιογράφους αλλά είναι μάλλον απίθανο ένας νέος άνθρωπος στο ξεκίνημά του στη δημοσιογραφία να κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και να είπε «ε, λοιπόν, πάμε να προστεθούμε σ’ αυτόν τον σιχαμερό συρφετό, θέλω να γίνω άλλο ένα φοβισμένο, γλοιώδες ανθρωπάκι όπως αυτό που περιγράφει ο Μπαλζάκ, να με λυπούνται όπως αυτόν που περιγράφει ο Βέμπερ». Σχεδόν το ίδιο απίθανο με την πιθανότητα η Αννα Πολιτόφσκαγια, η Μαρί Κόρβιν, η Ντάφνι Γκαλίζια, ο Πέτερ ντε Βρις, δημοσιογράφοι δολοφονημένοι ή πεσόντες πολεμικοί ανταποκριτές, να κρατούσαν τη ρομφαία της δικαιοσύνης στο προσκεφάλι τους μέρα νύχτα. Στο ντοκιμαντέρ, αν και όχι εμφατικά, γίνεται μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα αναφορά στα πρώτα δημοσιογραφικά χρόνια του Μπουεντία και πώς βρέθηκε στη λάθος πλευρά της ιστορίας, την εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν που οδήγησε στη δολοφονία του. Την 1η Ιανουαρίου του 1971, δημοσιογράφος ων, διορίστηκε επικεφαλής του Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων της Πόλης του Μεξικού, δίπλα στον κυβερνήτη Αλφόνσο Μαρτίνεζ Ντομίνγκεζ. Ο Ντομίνγκεζ μαζί με τον τότε πρόεδρο της χώρας, Λουί Αλβάρεζ, ήταν υπεύθυνοι για μια συντονισμένη επίθεση εναντίον 10.000 διαδηλωτών φοιτητών από μια ομάδα πληρωμένων παραστρατιωτικών, τους «Χαλκόνες», οι οποίοι κατέκλυσαν τους δρόμους της πόλης κραδαίνοντας υποτυπώδη όπλα όπως αλυσίδες και μπαστούνια μπαμπού, διαλύοντας βίαια τη διαμαρτυρία σε μια αιματηρή σύγκρουση που άφησε δεκάδες φοιτητές νεκρούς και περισσότερους από εκατό τραυματίες ενώ, βεβαίως, η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια. Η σφαγή του Corpus Christi, όπως ονομάστηκε, έμεινε ατιμώρητη. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν την επίθεση, οι επιζώντες και οι οικογένειες των θυμάτων συνέχισαν να αναζητούν δικαιοσύνη, αλλά οι εκκλήσεις τους παραμένουν αναπάντητες μέχρι σήμερα. 

Πίσω στο 1971, ο Μπουεντία, μετά τη σφαγή των φοιτητών παραιτήθηκε από τη συγκεκριμένη θέση αλλά συνέχισε να υπηρετεί την κυβέρνηση από άλλες ανάλογες, θεσμικές θέσεις. Δημοσιογράφος ων. Δεν ασχολήθηκε ποτέ με την υπόθεση Corpus Christi αν και έβαλλε κατά παντός(;) διεφθαρμένου πολιτικού, είδος εν αφθονία στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 και όχι μόνο στο Μεξικό. Δεν ήρθε επίσης ποτέ σε ρήξη με τους συναδέλφους του δημοσιογράφους, μεγάλο μέρος των οποίων –όπως οι ίδιοι το περιγράφουν στο ντοκιμαντέρ– έπαιρνε ένα «μπόνους συνεργασίας» με την εκάστοτε κυβέρνηση και από αυτήν. Μίλησαν όλοι με τα καλύτερα λόγια στο ντοκιμαντέρ. Οι σχέσεις μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, πρώτα απ’ όλα με τους πρώτους να χρησιμεύουν ως πηγές, είναι εν πολλοίς αναγκαίες και επιβεβλημένες. Ο δημοσιογράφος είναι υποχρεωμένος να καταδυθεί στις ζωές των ανθρώπων που ερευνά ή απλώς στις ζωές και στην καθημερινότητα των ομάδων του πεδίου με το οποίο ασχολείται. Είναι υποχρεωμένος να ζήσει μ’ έναν τρόπο μαζί τους, να ταυτιστεί, να υποκριθεί, να πάρει αποστάσεις και να σκεφτεί… χωρίς να χάσει τον στόχο. O οποίος όμως είναι κινούμενος με διπλή έννοια: υπό την ευνόητη, ότι δηλαδή στην πορεία της όποιας δημοσιογραφικής εργασίας ένα θέμα-στόχος μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο άλλο και υπό την –δυστυχώς και εδώ– ευνόητη, ότι αυτές οι επαφές θα εκτραπούν από σχέσεις και υποθέσεις εργασίας σε ισχυρούς δεσμούς, από τους οποίους ωφελούνται και οι δύο πλευρές με κατά τι περισσότερο όχι τη δημοσιογραφική, που τότε αποκτά χαρακτηριστικά μιας αναπόφευκτα απεχθούς ανθρωπινότητας, ενδυόμενης τη διάσταση της υπαρξιακής δικαίωσης, της κοινωνικής αναγνώρισης. 

Η ηθικολογία και το «φυσιολογικό»

Αυτή η κοινωνική αναγνώριση παρεμπιπτόντως, προσλαμβάνεται ως τέτοια και από το κοινό που κατά τα άλλα αφού, όπως καταγράφουν έρευνες, θεωρεί τα ΜΜΕ αναξιόπιστα και τους δημοσιογράφους διαπλεκόμενους, δεν φείδεται της ψήφου του όταν οι «διαπλεκόμενοι» θέσουν υποψηφιότητα ως βουλευτές, αλλά ούτε και της επιδοκιμασίας του όταν επιστρέψουν ως δημοσιογράφοι. Το να μην ισχύει αυτή η ακολουθία, σε αρκετές χώρες όπως και στη δική μας, φαντάζει ως εξωτική συνθήκη. Ως μια ηθική τάξη που δεν υπάρχει λόγος να ακολουθούν οι πράξεις σου, είτε είσαι δημοσιογράφος είτε κοινό. Αφού το αντίθετο χαίρει της γενικής αποδοχής πρόκειται… στην τελική, για μια άχρηστη και άτοπη ηθικολογία που συγκρούεται με το «φυσιολογικό». Και αυτό πάλι, αν φτάσει να γίνει σκέψη και προβληματισμός.

Ο Μανουέλ Μπουεντία έγραψε πολλά για την ανάμειξη της CIA στο Μεξικό στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, για ακροδεξιές ομάδες όπως αυτή που έκανε τη βρώμικη δουλειά στη φοιτητική διαδήλωση του 1971, για διεφθαρμένους αξιωματούχους και την ανάμειξή τους στο εμπόριο ναρκωτικών από τα μεγάλα καρτέλ. Τελικώς δολοφονήθηκε. Με τους πολιτικούς να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Ενας εξ αυτών ήταν ο κολλητός του φίλος. Η ερευνητική δημοσιογραφική δουλειά, η κάθε δημοσιογραφική δουλειά είναι μία πλευρά της ιστορίας. Ο τρόπος που διεξάγεται, η συνολική ακεραιότητα και ειλικρίνεια του ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του πρωτίστως, αλλά και στον πολίτη-αναγνώστη, είναι μια άλλη. Η αξία καμιάς από τις δύο δεν επιτρέπεται να υποτιμάται χάριν της άλλης.