ΒΙΒΛΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τη συγγραφέα Φωτεινή Ναούμ

ena-eikositetraoro-me-ti-syggrafea-foteini-naoym-561494614

Ωρα: παιδική ηλικία

Η ζωή μου ξεκίνησε να μετράει στις 27 Απρίλη του ’78 που γεννήθηκα, μα ουσιαστικά στις αρχές του Δημοτικού. Η παιδική μου ηλικία ήταν ήσυχη, γεμάτη ταξίδια, αγάπη και στοργή, μα μου έλειπε κάτι. Κάτι που για μένα είναι ζωογόνος δύναμη, λόγος ύπαρξης, απάντηση στη ματαιότητα και όλα τα σχετικά. Μιλώ για τον έρωτα. Τον έναν, τον μοναδικό, τον άπειρο και ακατάληπτο και ας κρατάει λίγο, καμιά φορά ελάχιστα. Ισως αυτός να είναι και ο λόγος που στην εξιστόρηση της ζωής της ηρωίδας μου απουσιάζει με έναν τρόπο η παιδική ηλικία. Της είναι περιττή. Δεν τη χρειάζεται και ας λένε μεγάλοι ποιητές πως πραγματικός μας τόπος είναι η παιδική μας ηλικία.

Ωρα εφηβική

Στην εφηβεία μου, έζησα μια ολόκληρη ζωή μέσα στη ζωή. Πολλές ολόκληρες ζωές μέσα σε μία. Υπήρξα περίεργη, τολμηρή, αντιδραστική. Αναζητούσα μεγάλες συγκινήσεις, παράξενους ανθρώπους, γωνιές της νύχτας και της μέρας, αθέατες στους πολλούς. Εκεί έστηνα, διαμόρφωνα τη μετέπειτα ύπαρξή μου, «αλίευα» τους πρώτους μου ήρωες. Ηταν μια εποχή καθοριστική, τρυφερή και άγρια μαζί, αγάπησα αγόρια που είχαν περάσει στην άλλη πλευρά της ζωής. Ηταν η εποχή που όλα μετριούνταν με μουσικές, χαρακιές στο δέρμα, γόπες από τσιγάρα, ποιήματα.

Ολα γύρω μου έμοιαζαν άνοιξη, μα οι νύχτες ήταν βαριές, δυσανάλογα μεγάλες, δυσανάλογα πικρές. Εψαχνα τότε τρόπο να αντέξω τη μοναξιά μου, τρόπους να κρατηθώ στην επιφάνεια. Οταν έκλεινα την πόρτα του δωματίου, ήταν σαν να έκλεινα από έξω όσα συνέβαιναν και να άνοιγα το παράθυρο στο βαθύ σπαραχτικό εγώ μου. Τότε ήταν που αποφάσισα, ή μάλλον συνέβη, να προσποιούμαι πως με ακολουθεί συνεχώς μια αόρατη κάμερα. Κάποιος κατέγραφε τάχα την κάθε μου κίνηση, έκφραση, συναίσθημα. Ημουν κάπου στα δεκατέσσερα όταν αποφάσισα, λοιπόν, πως τη ζωή μου θα τη ζούσα «κινηματογραφικά», «ποιητικά», «καλλιτεχνικά». Ηταν ένας τρόπος όχι μόνο να αντέχω, αλλά να διασκεδάζω τις ατέλειωτες θλίψεις μου. Ελεγα, λοιπόν, πως ήμουν ένα κορίτσι που πρωταγωνιστούσε στην ταινία της ζωής του, όπως ήταν η Ζέλντα αργότερα. Ενα κορίτσι που το μόνο που ήθελε ήταν να πρωταγωνιστήσει, να υπάρξει μια μέρα μέσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου.

Ενας από αυτούς που γνώρισα, και που σήμερα δεν υπάρχει πια, μου είπε “δεν νομίζεις πως μεγάλωσες αρκετά για να μιλάς μόνη στους δρόμους;”. Κάπου εκεί ήταν που ξεκίνησα να γράφω εξαντλητικά. Η ζωή ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Τα βιβλία ήταν η παρηγοριά στης ζωής τα κενά. Η ανάγνωση και η συγγραφή θα καθόριζαν στο εξής την ύπαρξή μου, αφού τίποτε από όσα βίωνα, δεν έπαιρνε τη θέση του μέσα μου, αν δεν φρόντιζα να το καταγράψω.

H ώρα της Ζέλντα

Η Ζέλντα ξεκίνησε να γράφεται στο μυαλό μου πολύ νωρίς. Με έκαιγαν ο έρωτας, οι διαπροσωπικές σχέσεις, η περιπέτεια, η ίδια η συγγραφή. Ηταν σαν να μην μπορούσα σε τίποτε από όλα να επικρατήσω πραγματικά, αλλά έλεγχα άψογα τις λέξεις που χτυπούσα. Οσοι υπάρχουν στο βιβλίο είναι άνθρωποι που έχω συναντήσει, έχω συναναστραφεί, έχω κοιτάξει, μιλήσει, μυρίσει. Είναι άνθρωποι που για κάποιο λόγο ήταν ξεχωριστοί. Που χρειαζόταν για κάποιον λόγο να αναδυθούν στο χαρτί. Που μου άπλωσαν το χέρι ή τους άπλωσα το δικό μου.

Η Ζέλντα άπλωσε πολλές φορές το χέρι. Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό στο τριεθνές του Εβρου. Μικρό και απομονωμένο. Μα δεν ένιωθε μοναξιά. Είχε ένα χάρισμα. Τεράστιο ταλέντο στην αγάπη, στην αποδοχή. Ηξερε να κατανοεί, να δίνεται, να εθίζει τους άλλους σε αυτήν. Να τους κάνει συνένοχους στην πιο βαθιά της επιθυμία. Είναι ένα νέο κορίτσι, χαρά της ζωής, που φέρει μέσα της όλο το βάρος της υπαρξιακής μοναξιάς της. Συνδέεται με τους ανθρώπους, προσπαθώντας να κατανοήσει τον κόσμο της, τον εαυτό της. Παράλληλα, «χρησιμοποιεί» τη λογοτεχνία. Είναι ο δικός της τρόπος. Το δικό της ζωτικό ψεύδος. Αναζητεί τον συγγραφέα που θα την καταστρέψει ή θα τη σώσει, τη στιγμή που παρασύρει και άλλους στην προσωπική, παράλληλα κοινή τους περιπέτεια.

Ο Ντάρελ έλεγε πως υπάρχουν τρία μόνο πράγματα που μπορείς να κανείς με μια γυναίκα: να την αγαπήσεις, να υποφέρεις γι’ αυτήν ή να την κάνεις λογοτεχνία. Η Ζέλντα ίσως και να υπήρξε τυχερή. Να αξιώθηκε και τα τρία. Ισως, λέω, γιατί πάνω από την ύπαρξή μας υψώνεται πάντα ένα τεράστιο «μπορεί».
 
Το τελευταίο βιβλίο της Φωτεινής Ναούμ με τίτλο «Η Ζέλντα έφυγε» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell.