ΜΟΥΣΕΙΑ

«Ξεροσφύρι» στα μουσεία

«Ξεροσφύρι» στα μουσεία

Επειτα από εννέα χρόνια έργων, καθυστερήσεων, απρόοπτων καταστάσεων, τεχνικών δυσκολιών και γκρίνιας, η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου υποδέχθηκε το κοινό και τα ΜΜΕ χαιρέτισαν το γεγονός με δικαιολογημένους επαίνους. Αρχισαν λοιπόν οι πρώτες ουρές, ο ενθουσιασμός, οι σέλφι και τα μπράβο. Τι κι αν υπήρχαν και κάποιες ελλείψεις; Ηταν μόνο η αρχή. Ομως, από το επίσημο άνοιγμα την παραμονή της 25ης Μαρτίου και το άνοιγμα για το κοινό σε όλα τα μουσεία τον Μάιο, πέρασε καιρός.

Σάββατο μεσημέρι, ο κόσμος είναι αρκετός στη Β. Κωνσταντίνου, όπως και στο εσωτερικό της Πινακοθήκης. Ομως, όταν οι επισκέπτες τελείωσαν την περιήγηση διαπίστωσαν ότι το πωλητήριο δεν λειτουργούσε στον επάνω όροφο, παρά μόνο κάτω, κι αυτό με μεγάλες ελλείψεις. Κάποιες αφίσες, λίγες εκδόσεις, μικροαντικείμενα, άδεια ράφια. «Και το καφέ;» ρωτούσε το κοινό περιμένοντας να διαλέξει ανάμεσα σε δύο: στο τελευταίο επίπεδο του κτιρίου με τη θέα στην Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό ή στο κάτω. «Δεν έχει ανοίξει ακόμη», η απάντηση.

Στο νεοκλασικό κόσμημα της οδού Μαυρομιχάλη 6 κοντά στην Ακαδημίας, όπου βρίσκεται το Μουσείο Λοβέρδου, παρόμοια η κατάσταση. Το καινούργιο μουσείο είναι παράρτημα του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου – στην καρδιά της πόλης: το σπίτι που σχεδίασε ο Τσίλερ για την οικογένειά του και στη συνέχεια το αγόρασε ο τραπεζίτης και συλλέκτης Δ. Λοβέρδος, χρησιμοποιώντας το και αυτός για κατοικία, αλλά και για να στεγάσει τη συλλογή  του – μια από τις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές συλλογές έργων μεταβυζαντινής θρησκευτικής τέχνης στην Ελλάδα. Εδώ δεν έχει ανοίξει ακόμη ούτε το πωλητήριο ούτε το καφέ στο ήσυχο εσωτερικό αίθριο – κι ας έχουν σχεδιαστεί. «Είμαστε νέο μουσείο», δικαιολογήθηκε με συστολή η φύλακας.

Στο ΕΜΣΤ, το καφέ επίσης δεν έχει ανοίξει «λόγω κορωνοϊού», όπως λένε. Το ν’ ανοίγει ένα καινούργιο μουσείο ή να ανακαινίζεται εκ βάθρων ένα παλιό, είναι το πιο σημαντικό. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν πρέπει να δίνονται αφορμές για σκιές στη λάμψη τους.