ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα εικοσιτετράωρο με τη συγγραφέα Κατερίνα Χανδρινού

ena-eikositetraoro-me-ti-syggrafea-katerina-chandrinoy-561502996

Η απώλεια

Λίγες μέρες αφότου μου προτάθηκε να συνεχίσω τη συγγραφική χρονογραμμή, έχασα τη γιαγιά μου από τη μητρική γραμμή. Αρχές Αυγούστου, του μήνα που συμβαίνουν συνήθως τ’ αμετάκλητα. Ετρεξα στο σπίτι να την προλάβω ζεστή. Μου άνοιξαν χωρίς να ρωτήσει κανείς απ’ το θυροτηλέφωνο «ποιος είναι». Τέτοιες στιγμές τα πράγματα που κάνουμε στην καθημερινότητά μας χάνουν ξαφνικά το νόημά τους, αναστέλλονται και λιώνουν και θα ήταν χρυσή ευκαιρία να διαπιστώσουμε την τρανή έλλειψη κάθε σημασίας σε αυτά και να τα εγκαταλείψουμε, μόνο που η κατάλυσή τους κρατάει πολύ λίγο. Η πόρτα άνοιξε λοιπόν και στο πρόσωπο με χτύπησε η μυρωδιά της, άρωμα ανάκατο από πράσινο σαπούνι, λιβάνι και βασιλικό. Με το σεντόνι να την καλύπτει ολόκληρη, θυμήθηκα τον Τζώνυ που πήρε το όπλο του. Τι δεν έπρεπε να δούμε, τι ήταν, τι είναι αυτό που κρύβουν οι άνθρωποι από την κοινή θέα όταν κάποιος πεθαίνει; Το στόμα από το οποίο βγήκε η ψυχή; Κατέβασα το σεντόνι απαλά ώς το σαγόνι. Ναι, ήταν το στόμα· το μισάνοιχτο πορτάκι του κλουβιού. Αρχισα έπειτα να ψάχνω τα χέρια, τα χέρια της τα δάχτυλά της. Μα λες και ήταν άδειο το σεντόνι και δεν τα ’βρισκα. Δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο το στέρνο της, σαν τη γροθιά ενός μωρού, εξείχε. Το κάγκελο του ειδικού κρεβατιού δυσχέραινε τις κινήσεις μου, το σκύψιμό μου πάνω της, την αναζήτηση των χεριών, την προσπάθεια του φιλιού. Γιατί γι’ αυτό τα ήθελα τα χέρια, για να τα φιλήσω. Να τους δώσω όλα τα φιλιά που δεν της είχα δώσει μικρή, πόσο μάλλον αργότερα, έφηβη. Μα δεν τα ’βρισκα τα χέρια.
 

Τα χέρια της Αθανασίας

Περίμενα να φύγουν όλοι, να μείνω μόνη μαζί της. Ηθελα να βρω τα χέρια. Να μη μου λένε να φύγω από πάνω της. Να βρω τα χέρια. Να φορέσω τα τσιμπιδάκια της. Να δοκιμάσω το σοκολατούχο ρόφημα που την κράτησε στη ζωή τους τελευταίους μήνες. Να πάω και στο δωμάτιο υπηρεσίας –τι χώρος!– εκεί που συνήθως καθισμένη, μου ζητούσε το χειροφίλημα που αρνιόμουν. Εκεί που με μια κλωστή και ένα ποτήρι αλατόνερο δίπλα μού άλλαξε τα δόντια. Εκεί που έκανε τα μαλλιά της κότσο σαλιγκάρι. Ναι, περίμενα να φύγουν, κι αν έχω ένα κοινό με τους συγγραφείς, είναι αυτό, το φυγόκοσμο. Οτι θέλω να μείνω μόνη, να σκουπίσω, να διαχειριστώ εκείνο που ξεχειλίζει. Θέλω να μείνω μόνη πίσω. Ακόμη κι ένα ημερολόγιο κενώσεων θα μπορούσε να ’ναι σημαντικό. «Εκανε. Δεν έκανε. Δεν έκανε. Εκανε λίγο. Δεν έκανε. Φύλλα Αιγύπτου. Κλύσμα». Ή η απόδειξη ενός μίξερ σε δραχμές. Ή η βεβαίωση μιας μικρής προσφοράς σε ορφανοτροφείο. Μια πλαστικοποιημένη Παναγιά του Χάρου μέσα στο πορτοφόλι με τα κέρματα. Ενα σαπουνάκι σημαδέματος μέσα στο κουτί της ραπτικής. Το πιεσόμετρο που έδειξε μηδέν.
 

Η σχέση του συγγραφέα με τα άχρηστα

Ο συγγραφέας θέλει να μείνει πίσω μόνος να ασχοληθεί με τα άχρηστα. Νιώθει να τον βαραίνει ένα καθήκον να παρατηρήσει τα απαρατήρητα, να καταγράψει τα ανάξια μνείας, να κάνει θέμα τ’ αδιόρατα. Κι όμως: ο συγγραφέας δεν είναι κανένας ανοιχτομάτης. Ολα αυτά τα κάνει περισσότερο με την αφή, την όσφρηση ή άλλοτε παντελώς με τη μνήμη ή και τη φαντασία. Ολη λοιπόν αυτή η ενασχόληση, η περιδίνηση, ναι αυτή η εμμονή, τον κρατά πίσω, μπορεί να τον πάρουν τα χρόνια, μπορεί ακόμα και να μην προλάβει να κάνει παιδιά, ταξίδια, καριέρες, σπουδές. Γιατί όλο ψάχνει. Και ενίοτε βρίσκει. Βρίσκει στο πριν το παρακάτω. Δεν είναι φυσικά καλύτερος άνθρωπος ούτε αγάπησε περισσότερο τον εκλιπόντα. Βλέπει τον θάνατο σαν μια προσωπική διέξοδο, σαν έναν λόγο να εκτραπεί από τη ροή, τον συρμό της ζωής που σε θέλει γρήγορο, άτρωτο, κρουστό, αποτελεσματικό. Ο θάνατος νομίζω δεν είναι κάτι με το οποίο θέλει να τελειώνει. Ο θάνατος, όπως η νύχτα, τον συμφέρει. Μένει πίσω λοιπόν. Μένει πίσω και διαρκώς κηδεύει, φροντίζει. Και μένει πίσω, όχι μόνο στον χώρο μα, όπως είπαμε, και στον χρόνο. Δεν ξέρω επομένως, αμφιβάλλω, αν υπάρχει 24ωρο για έναν συγγραφέα, δεν ξέρω αν υπακούει και αν λογοδοτεί σ’ αυτή τη συμβατική κατάτμηση του χρόνου. Ούτε και εν τέλει ξέρω αν είναι ο συγγραφέας, συγγραφέας· ή ρακοσυλλέκτης. Και βέβαια ταλαιπωρείται και ταλαιπωρεί. Και βέβαια προκαλεί καχυποψία. Απορροφημένος με τις λεπτομέρειες, τα ίχνη και τα απομεινάρια, είναι σαν να ανακόπτει τη φόρα και τη φορά της ζωής. Οι δικοί του θα προτιμούσαν να ήταν κι εκείνος κάπου διακοπές αυγουστιάτικα, με την οικογένειά του, σ’ ένα πολύβουο αυτοκίνητο, αντί να έχει αυτή τη θλιβερή και απρόσοδη ροπή, αντί να είναι ένας οπιομανής των λέξεων και των τριμμάτων, και πρώτη εσύ θα το προτιμούσες για μένα το ξέρω, γιαγιά, «ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς».
 
Το βιβλίο της Κατερίνας Χανδρινού με τίτλο «Κόρκυρα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κείμενα.