ΒΙΒΛΙΟ

Το κήτος του Ιωνά

to-kitos-toy-iona-561514240

Συνεχίζοντας από εκεί όπου το αφήσαμε την περασμένη Κυριακή, στο βιβλίο «Ο Αλμπερτ και η Φάλαινα» (Albert and the Whale, εκδ. Estate) του Αγγλου συγγραφέα Φίλιπ Χοάρε (Philip Hoare), στεκόμαστε σε μία από τις εικόνες που κοσμούν το πόνημά του: στην πρόσοψη του καθεδρικού του Αγίου Στεφάνου στο Χάλμπερσταντ της Γερμανίας κυριαρχεί ένας μακρόστενος σπόνδυλος. Ηταν το ξόρκι των ντόπιων απέναντι στην απειλή της πλημμύρας, καθότι: οι κάτοικοι πίστευαν ότι προερχόταν από το κήτος που κατάπιε τον Ιωνά… 

Προσπαθώ να φανταστώ το δέος με το οποίο πρέπει να κοιτούσαν το οστό του κήτους οι κάτοικοι του Χάλμπερσταντ στα χρόνια του Αλμπρεχτ Ντίρερ. Θυμίζω ότι το βιβλίο του Χοάρε εφορμά από την εναγώνια αναζήτηση του μεγάλου Γερμανού ζωγράφου να φτάσει στις ακτές της Αμβέρσας και να δει από κοντά μια ξεβρασμένη φάλαινα.  

Ο Ντίρερ δεν θα προλάβει ποτέ το κήτος στην ακτή. Οταν φτάσει, θα το έχουν πετσοκόψει οι κάτοικοι. Θα θαυμάσει μονάχα τα περιφερόμενα οστά ενός ζώου που εκείνη την εποχή προκαλούσε δέος.  

Σήμερα στο YouTube μπορούμε να περάσουμε άπειρες ώρες παρακολουθώντας εικόνες με φάλαινες, καρχαρίες και άλλα «τέρατα». Την εποχή του Ντίρερ, όμως, ήταν κάτι τόσο σπάνιο και θαυμαστό, που ανήκε στη σφαίρα του αλλόκοτου και του φανταστικού.

«Είδα τα οστά του γίγαντα», θα καταγράψει στο σημειωματάριό του ο Ντίρερ. Ο Χοάρε, βάσει άλλων αναφορών, θα συμπεράνει πως επρόκειτο για τα οστά της φάλαινας της Αρκτικής που ζει τριακόσια ή και περισσότερα χρόνια. Συναγωνίζεται μόνο τον περίφημο καρχαρία της Γροιλανδίας: έχει παρατηρηθεί στις μέρες μας ένα τέτοιο ψάρι που είναι πολύ πιθανόν να έκανε το πρώτο του κολύμπι την εποχή του Ντίρερ… 

«Στα μάτια του Ντίρερ», γράφει ο Χοάρε, «αυτά τα οστά ήταν σχεδόν αρχιτεκτονική. Κατανοητό αν αναλογιστούμε ότι οι φάλαινες συνήθιζαν να κοσμούν κτίρια με τα πλευρά τους και τον πόνο τους» (εξ ου και η αναφορά στον καθεδρικό με το οστό του κήτους του Ιωνά). 

«Ο Ντίρερ γοητευόταν από τέτοια θαύματα», σημειώνει ο Αγγλος συγγραφέας. «Για έναν καλλιτέχνη ισοδυναμούσαν με μεγάλη πρόκληση και σαγήνη, αφού ήταν τόσο δύσκολο να τα κατανοήσεις. Οπως συνέβαινε και με τον Θεό, ουδείς μπορούσε να πει με τι ακριβώς έμοιαζαν αυτά τα κήτη ή για τι πράγματα ήταν ικανά». 

Τα οστά δεν λένε τίποτα. Ο Χοάρε υπενθυμίζει την αποστροφή του Χέρμαν Μέλβιλ: «Δεν μπορείς να μιλήσεις για την αληθινή φύση του Λεβιάθαν με βάση τα οστά του. Πώς θα ήταν αν έβλεπε το ίδιο το ζώο, να αγωνιά για μια ανάσα σε κάποια απόμερη ακτή;». 

Η τελευταία εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Και όμως διατηρεί κάτι από εκείνη τη σκοτεινή, εξωτική γοητεία που είχε ο φυσικός κόσμος σε άλλες εποχές. Αυτή, ίσως, είναι το αληθινό πρόσωπο της νοσταλγίας: όταν η απομάγευση ήταν άγνωστη λέξη.