ΒΙΒΛΙΟ

Ενας ακόμη θάνατος από κορωνοϊό

Διήγημα για τις απρόσμενεςπαρενέργειες του lockdown

enas-akomi-thanatos-apo-koronoio-561514489

Το παλιάλογο, μου έφερε την αστυνομία. Στάθηκε πρωί πρωί έξω από το σπίτι μου στον Αλιμο.

Το ακολούθησαν οι μπάτσοι, χτύπησαν την πόρτα, δεν τους άνοιγα. Μπήκαν με το ζόρι. Βρήκαν το ρόπαλο του μπέιζμπολ, δεν το ’χα ακόμη καθαρίσει απ’ τα αίματα.
Δεν ήξερα γιατί το φύλαγα τόσα χρόνια. Τώρα ξέρω.

Σαν τον Ηρακλή το ’σφιγγε μέσα στη χούφτα του. Γυάλιζε το ξύλο, από κόκκινο γιαπωνέζικο σφεντάμι, έπεφτε πάνω στο πρόσωπό του μια αχτίδα, στέκονταν μετά στο κεφάλι του. Μια μικρή φωτιά, ένα φωτοστέφανο.

Κρατούσα το ρόπαλο στο υπόγειο. Οταν ερχόντανε από την Αγγλία τού το ’δειχνα. «Το ρόπαλο», του ’λεγα και γελάγαμε κι οι δυο. Παραπάνω απ’ το κανονικό. Μετά από ένα λεπτό το ξανακοιτάζαμε, ακουμπισμένο στον τοίχο κι ολοκαίνουργιο, και ξεσπάγαμε πάλι σε γέλια ταυτόχρονα. Εφευγε πρώτος ο γιος μου απ’ το υπόγειο, πίσω του πήγαινα εγώ, τον ακολουθούσα.

Πέθανε αμέσως μόλις γύρισε με τη γυναίκα του στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση. Την ίδια μέρα. Μέσα στο σπίτι μας.

Κατά τις δύο ακριβώς, μετά τα μεσάνυχτα, πεταγόμουνα ορθή απ’ το κρεβάτι. Είχα που είχα ψεύτικο ύπνο, ετούτο με αποτελείωνε.

Αγριος καλπασμός αλόγου συντάρασσε τον δρόμο. Ακουγόταν πρώτα μακριά, ψηλά απ’ την οδό Ιωνίας και τη Θεομήτορος σα σεισμός, έφτανε γρήγορα, πολύ πιο δυνατός, στην Καλαμακίου, όπου η άσφαλτος έβραζε και κόχλαζε –έτοιμη ν’ ανοίξει στα δυο η Καλαμακίου– και κατέληγε στη θάλασσα, στην παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος. Εκεί έσβηνε ο καλπασμός.

Αυτό κάθε νύχτα. Στις δύο ακριβώς.

Το ’φερα από δω, το ’φερα από εκεί, το ξεφούρνισα στη νύφη μου.

Με κοίταξε με μίσος. «Πάει, τα ’χασες τα μυαλά σου», σαν να ’θελε να μου πει. Ξεστόμισε τις τέσσερις λέξεις της στα αγγλικά κι αμέσως σηκώθηκε απ’ τη βεράντα όπου πίναμε τον καφέ.

Δεν το ξανάπα. Σε κανέναν άλλο δεν το ανέφερα. Ομως, κάθε βράδυ ανελλιπώς, ο ίδιος καλπασμός, μερικές φορές μάλιστα κι ένα αφύσικο χλιμίντρισμα.
«Δεν θα τρελαθώ», είπα. «Κι αν είναι πάλι ο Χάρος, δεν θα κάτσω εδώ να τον περιμένω».

Πήρα το ρόπαλο και έκανα καρτέρι στην οδό Καλαμακίου. Δεν ήταν στο μυαλό μου. Το ’χα σίγουρο.

Και πράγματι. Φάνηκε ένα άλογο κάτασπρο, ένα θηρίο άλογο, τεράστιο, μ’ έναν λευκό, επίσης, καβαλάρη επάνω του. Λευκά τα ρούχα τού καβαλάρη, τα γένια του κατακόκκινα. Αναβόσβηναν μέσ’ στο σκοτάδι. Σαν φωτιά.

Πετάχτηκα μπροστά στο ζώο και χτύπησα δυνατά τον καβαλάρη. Τον έριξα στην άσφαλτο.

Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά τον λιάνισα, τον έκανα λιώμα. Οι ιατροδικαστές είπαν πως του έριξα τριάντα εννέα χτυπήματα.

Σηκώθηκε τ’ άλογο στα δύο μπροστινά του πόδια, άφρισε, φρούμαξε, μου επιτέθηκε. Με κυνήγησε. Του ξέφυγα. Πήρα από κάτω το ρόπαλο του γιου μου και το ’βαλα στα πόδια.

Βρέθηκα στο σπίτι μου, πεντακόσια μέτρα απόσταση, κάθισα στη βεράντα και κάπνισα ένα τσιγάρο.

«Τι κάνεις εκεί, μες στα σκοτάδια»; Θύμωσε η νύφη μου, ψηλά απ’ τη σοφίτα.

«Καπνίζω», της είπα και γέλασα. Ενιωθα ανάλαφρη κι ανακουφισμένη.

Εξαιτίας, λέει, του λοκντάουν για τον κορωνοϊό, πήρε το άλογό του από τους στάβλους του ιπποδρόμου στο Μαρκόπουλο –δεν μπορούσε να το φροντίζει, να το ταΐζει, να το γυμνάζει εκεί– και το ’φερε κοντά του. Το ’κλεισε στο γκαράζ του σπιτιού του, στον Αλιμο, πάνω στον λόφο Πανί.

Το μεγαλόσωμο άλογο του ιπποδρόμου δεν άντεχε φυλακισμένο όλη μέρα, και εκείνος, φίλιππος, αναβάτης του –δεν ξέρω πώς διάβολο τους λένε όλους αυτούς–, το καβαλούσε μέσα στη νύχτα και το πήγαινε ώς τη θάλασσα.

Δεν ήταν ο Χάρος, δηλαδή.

Ομως, εγώ τον σκότωσα.

Καθώς μου ’βαζαν χειροπέδες και μ’ έπαιρναν, είδα στο παράθυρο της σοφίτας τη νύφη μου να χαμογελά ευχαριστημένη.

Εριξα μια τελευταία ματιά στο ρόπαλο του γιου μου, το ρόπαλο του μπέιζμπολ, μάρκας Louisville Slugger.

Το ’χαν τυλίξει με λευκό σεντόνι, σα σάβανο, και το μετέφεραν δύο αστυνόμοι κρατώντας το προσεχτικά, ο ένας από τη μια άκρη, ο άλλος από την άλλη. Ηταν το πειστήριο του εγκλήματος. Τους ακολούθησα, πήγαινα πίσω τους τρέχοντας. Δεν ήθελα να το αφήσω μόνο του.
 
* Ο κ. Ανδρέας Μήτσου είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Η αστυνόμος», εκδ. Καστανιώτη, 2019.