ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ποια Κάλλας θέλουμε;

Ποια Κάλλας θέλουμε;

Το ερώτημα ακούγεται εύλογο: πώς και αυτόν τον Σεπτέμβριο ανέβηκαν στην Αθήνα δύο παραστάσεις εμπνευσμένες από τη ζωή της Μαρίας Κάλλας; 

Δύο παραστάσεις που διέθεταν διαφορετικό καλλιτεχνικό πρόσημο: στην πρώτη, που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο από τον πολιτιστικό οργανισμό «Λυκόφως», πρωταγωνιστούσε η Μόνικα Μπελούτσι διαβάζοντας επιστολές της Κάλλας κι ενώ ενδιαμέσως ερμηνεύονταν, από την Καμεράτα και τον Γιώργο Πέτρου, οπερατικές μελωδίες που συνδέθηκαν με την κοσμαγάπητη σοπράνο· στη δεύτερη παράσταση, που ολοκληρώνεται αύριο στην Εθνική Λυρική Σκηνή, η περφόρμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς αναβιώνει επί σκηνής, με τη βοήθεια επτά Ελληνίδων μονωδών, ισάριθμους οπερατικούς θανάτους γνωστών ρόλων της Κάλλας, καθώς και έναν ακόμα: τον θάνατο της διάσημης υψιφώνου, από καρδιακή προσβολή, στο Παρίσι το 1977.

Στην πρώτη περίπτωση, αρκετές από τις κριτικές επικεντρώθηκαν στις λαμπερές παρουσίες στις κερκίδες του Ηρωδείου, την εντυπωσιακή εμφάνιση της Μόνικα Μπελούτσι και σε άλλα δευτερεύοντα ζητήματα, των οποίων η επικοινωνιακή κυριαρχία θα αδικούσε το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αν δεν είχε προλάβει μάλλον να αδικηθεί από μόνο του: ήδη από το ανέβασμά της στο εξωτερικό, η παράσταση «Μαρία Κάλλας: Επιστολές και αναμνήσεις» είχε σχολιαστεί για την έλλειψη δραματικότητας στην ερμηνεία της Μπελούτσι.

«7 θάνατοι της Μαρίας Κάλλας»

Η παράσταση της Μαρίνας Αμπράμοβιτς «7 θάνατοι της Μαρίας Κάλλας» μοιάζει να κερδίζει τις εντυπώσεις κατ’ αρχήν σε επίπεδο τίτλου. Δεν μένει όμως εκεί. Οι διαδοχικές άριες από τις όπερες  «Τραβιάτα, «Τόσκα», «Οθέλλος», «Μαντάμα Μπατερφλάι», «Κάρμεν», «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» και «Νόρμα» που ακούγονται στην παράσταση, ερμηνευμένες άξια από τις μονωδούς της Λυρικής και συμπληρωμένες από βίντεο στα οποία πρωταγωνιστούν η Αμπράμοβιτς και ο Γουίλεμ Νταφόε (υποδυόμενοι ρόλους θεωρητικά αντιστικτικούς με τις ηρωίδες της κάθε όπερας, αν και όχι πάντα ταιριαστούς), μοιάζουν στο τέλος σαν τροχιοδεικτικά σημεία μιας ζωής που καθώς σημαδεύτηκε από τόση αφοσίωση στην τέχνη, ίσως δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει σε ένα τέλος λόγω έλλειψης αφοσίωσης, λόγω έλλειψης αγάπης: σε ένα τέλος από «ραγισμένη καρδιά». 

Ως καλλιτέχνης, η Αμπράμοβιτς ενδιαφέρεται για το ζήτημα του θανάτου, στοιχείο εμφανές στο έργο της. Από τη μεριά της, η Μπελούτσι παρακολουθείται για τον βαθμό που ξεγελάει τον χρόνο. Και αν η παραπάνω σύγκριση αφορά ανόμοια μεγέθη, ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε ένα ακόμα: τη μερίδα του κοινού, που παρά τη συμπτωματική παρουσία δύο παραστάσεων για την αγαπημένη του Κάλλας, προτίμησε να τη θυμάται όπως θέλει, με τη βοήθεια ίσως ενός δίσκου στο πικάπ.