ΘΕΑΤΡΟ

«Καθένας πρέπει να έχει συνείδηση του προσωπικού του θανάτου»

kathenas-prepei-na-echei-syneidisi-toy-prosopikoy-toy-thanatoy-561542062

Το εξομολογητικό αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Η αδερφή μου»παρουσιάστηκε μόνο για δύο μήνες, το 2019, στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου, όμως όσοι είδαν εκείνη την παράσταση θυμούνται ακόμη την εμπειρία. Μια παράσταση σαν λειτουργία. Επειτα ήρθε το πρώτο lockdown.

«Το δύσκολο ήταν ότι, επειδή έπαιζα στο Θέατρο Κεφαλληνίας, δεν μπορούσα να δω την παράσταση που σκηνοθέτησα, με κοινό» θυμάται ο Περικλής Μουστάκης, υπεύθυνος για τη θεατρική μεταφορά και τη σκηνοθεσία. Από σήμερα Σάββατο, «Η αδερφή μου»με τη Δώρα Στυλιανέση και τον Αλκη Ζούπα, ξεκινάει και πάλι να παίζεται, αυτή τη φορά στο Bios.

«Η αδερφή μου» (εκδόσεις Πόλις), που γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα, αναφέρεται στην επιληψία της αδερφής του συγγραφέα, τη Γιούλα, και στον τρόπο που επηρέασε τη ζωή της αλλά και τη ζωή του ίδιου. Μιλάει για την αρρώστια, τον πόνο, την πίστη, τη χαρά, τον θάνατο αλλά και την ελπίδα. Με μια εξοικείωση για την αντιξοότητα: τον θάνατο.

«Γράφτηκε εν θερμώ, μετά την κηδεία, αλλά είναι βαθύ κείμενο, που συνομιλεί με τη Σιμόν Βέιλ, τον Εμανουέλ Λεβινάς και τον Αλμπέρ Καμύ. Ενα κείμενο για τη σχέση του Σταύρου με τη Γιούλα και πώς εκείνη έφερε μες στο σπίτι τους τον κόσμο. Τον έφερε μέσω της τρίτομης “Μεγάλης Ποιητικής Ανθολογίας” του Μιχάλη Περάνθη. Βλέπετε, η ποίηση είναι η ανώτατη μορφή συνείδησης του ανθρώπου, έπεται η επιστημονική. Η Γιούλα ήταν ένα λυρικό κορίτσι, πάνω στην εφηβεία, που της άρεσε ο Ελύτης. Ο αδερφός της έπρεπε να αντιπαραθέσει κάτι σε αυτό: τον Σεφέρη. Αυτό που με συγκινεί μεταξύ άλλων σε αυτό το βιβλίο είναι ο τρόπος που αναστοχαζόμαστε όταν χάνουμε κάτι που αγαπάμε. Το να εξομολογηθεί ο συγγραφέας το βίωμά του και το μυστικό της οικογένειας, την επιληψία της αδερφής του, ήταν τόλμη. Ο Στ. Ζουμπουλάκης είναι μια θρησκευόμενη προσωπικότητα με την ευρεία έννοια του όρου. Είναι ανθρώπινη ανάγκη να κοινωνήσεις τα εσωτερικά σου πράγματα».

Ο Π. Μουστάκης μιλάει για την παράσταση «Η αδερφή μου», βασισμένη στο αφήγημα του Στ. Ζουμπουλάκη.

Τον συγκινεί και για έναν επιπλέον λόγο. Η Γιούλα, που πέθανε στα 60 της, όχι από επιληψία αλλά από καρκίνο, ήταν ηθοποιός. «Το γεγονός αυτό, όπως ότι ζούσε με το άγχος να μην πάθει κρίση επιληψίας επί σκηνής, για μένα ήταν συνταρακτικό. Με την έννοια ότι κάθε άνθρωπος, ειδικά ο ηθοποιός, πρέπει να έχει συνείδηση του προσωπικού του θανάτου».

Ο Π. Μουστάκης πιστεύει ότι όλοι μας έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς με τους νεκρούς. «Δεν μιλάω για οικεία μας πρόσωπα που χάθηκαν, αλλά για ποιητές, λογοτέχνες, ζωγράφους, συνθέτες. Οι βιβλιοθήκες μας είναι γεμάτες νεκρούς. Στην παράσταση με ενδιαφέρει το πώς ακούει ένας νεκρός τον λόγο ενός θνητού. Ο νεκρός βρίσκεται σε έναν τόπο που δεν έχει σχέση με το εφήμερο και την επικαιρότητα του δικού μας ψυχικού, πνευματικού τοπίου. Εκεί εστιάζει όλη η παράσταση» Λέει ακόμη ότι μέσα από οποιαδήποτε επώδυνη κατάσταση υπάρχει ως προοπτική μια λυτρωτική χαρά, «η οποία έχει φοβερή βαθύτητα. Το βιβλίο αυτό είναι παρηγοριά για τον αναγνώστη και η παράσταση για τον θεατή».

Στο προηγούμενο ανέβασμα οι περισσότεροι θεατές, με υγρά μάτια και έντονο το αίσθημα της χαρμολύπης, σχολίαζαν ό,τι τους εντυπωσίαζε: η αργή εκφορά του λόγου και της κίνησης, η μουσικότητα και τα τελετουργικά στοιχεία της παράστασης, η θρησκευτική χροιά. «Στον λόγο έγινε εξειδικευμένη εργασία» παραδέχεται ο σκηνοθέτης, που έχει πάθος με την ελληνική γλώσσα. «Δεν μπορώ να πω μια λέξη από φωνήεν χωρίς το πνεύμα της. Η τονικότητα της λέξης είναι η καρδιά της. Συνήθως ακούμε –συχνά και στο θέατρο–λέξεις χωρίς ενάρξεις, καταλήξεις, τονικότητες. Το κακό ξεκινάει από τη μέση εκπαίδευση και συνεχίζεται στη δραματική σχολή».

Ισως, μετά τα lockdowns και την αβεβαιότητα της COVID-19, να έχουμε ανάγκη για ουσιαστικό θέατρο. «Η πανδημία είναι μια ευκαιρία να αναστοχαστούμε τι είναι θέατρο και ηθοποιός στον 21ο αιώνα. Δυστυχώς δεν συνέβη, αντίθετα, αναπαράγεται το ίδιο μοντέλο παθογένειας. Το θέατρο πρέπει να ξαναβρεί την πνευματικότητά του. Διαφορετικά θα έχουμε ποσότητες παραστάσεων και νέων ηθοποιών που βγαίνουν από σχολές και εργαστήρια και ελάχιστοι από αυτούς έχουν τη στοιχειώδη θεατρική κατάρτιση. Η τηλεοπτική λαίλαπα διαμορφώνει ένα γούστο εκχυδαϊσμένου ρεαλισμού που κάποιοι θέλουν να δουν και στη σκηνή. Ομως, δεν είμαι απαισιόδοξος. Παραστάσεις όπως “Η αδερφή μου” και, ευτυχώς, και άλλες, κάνουν από την αρχή ένα συμβόλαιο με το κοινό. Το πρώτο δεκάλεπτο είναι αμήχανο μέχρι να εξοικειωθεί ο εθισμένος σε άλλα πράγματα θεατής. Να καταλάβει ότι δεν θα δει κάτι ρεαλιστικό. Επειτα μπαίνει σε άλλο επίπεδο. Αυτό ακριβώς είναι το ελπιδοφόρο».

Θαυμαστής του νοηματικού και όχι του ψυχολογικού θεάτρου, επιμένει ότι «αυτό μετακινεί τον θεατή» Εχοντας χρόνια στη διδασκαλία –σήμερα είναι υπεύθυνος σπουδών του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας–διαπιστώνει ότι «πολλοί σπουδαστές σχολών έχουν την αίσθηση ότι το θέατρο είναι παιδική χαρά. Ακόμη και η έννοια του ρεαλισμού εκφυλίστηκε». Ομως, «αισιοδοξούμε, γι’ αυτό κάνουμε θέατρο».