ΜΟΥΣΙΚΗ

Με θετικό πρόσημο η εναρκτήρια συναυλία της Κρατικής

me-thetiko-prosimo-i-enarktiria-synaylia-tis-kratikis-561543331

Επιστροφή στην κανονικότητα και για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, η οποία εγκαινίασε τη νέα της καλλιτεχνική περίοδο στις 8 Οκτωβρίου στην πρώην αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Η εναρκτήρια συναυλία περιλάμβανε έργα των Γιάννη Ιωαννίδη, Γκούσταφ Μάλερ και Γιοχάνες Μπραμς. Σολίστ στα «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά» ήταν η μεσόφωνος Κρίστα Μάγερ, ενώ την ορχήστρα διηύθυνε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της, Λουκάς Καρυτινός.

Οι «Μεταπλάσεις Β΄» του Γιάννη Ιωαννίδη γράφηκαν το 1970 στη μνήμη του Γιάννη Χρήστου. Στη λογική έργων όπως οι «Ατμόσφαιρες» (1961) του Λίγκετι, η σύνθεση κινείται μέσα από πυκνές ηχητικές υφές, ηχητικές «επιφάνειες», οι οποίες στην πορεία εξελίσσονται ή μεταπλάθονται. Οι μετασχηματισμοί αυτοί πραγματοποιούνται και με τη βοήθεια διαφορετικών τεχνικών παραγωγής ήχου τις οποίες έχουν οι διαφορετικές ομάδες οργάνων όπως τα έγχορδα και τα πνευστά. Αυτό προϋποθέτει άριστο έλεγχο και εξοικείωση με το ρεπερτόριο του μεταπολεμικού μουσικού μοντερνισμού, στο οποίο η Κρατική έχει μικρότερη εμπειρία.

Ακολούθησαν τα πέντε «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά» του Μάλερ σε ποίηση του Φρίντριχ Ρίκερτ. Η Κρίστα Μάγερ διέθετε όλα τα απαιτούμενα για την άρτια απόδοση των τραγουδιών: την κατάλληλη φωνή με ικανό μέγεθος και ενδιαφέρον σκούρο ηχόχρωμα, όπως επίσης την εμπειρία στο συγκεκριμένο ρεπερτόριο, δηλαδή αντίληψη της αισθητικής του γερμανικού τραγουδιού, αλλά και την απαραίτητη άρθρωση. Από την πλευρά του ο Λουκάς Καρυτινός απέδωσε τη σκοτεινή, κάποτε έως και απειλητική ατμόσφαιρα αυτής της μουσικής, δίνοντας σε κάθε τραγούδι τη δική του ταυτότητα, χωρίς αυτή να διασπά την ενότητα του κύκλου. Σε ορισμένα σημεία υπήρξε ένα ζήτημα με την ένταση, καθώς η μεγάλη συμφωνική ορχήστρα αλλά και μεμονωμένα ξύλινα, όπως το όμποε στο τρίτο τραγούδι, λειτούργησαν ανταγωνιστικά προς τη μονωδό, όταν εκείνη κινούνταν στη λιγότερο ισχυρή περιοχή της φωνής της.

Η Πρώτη Συμφωνία του Μπραμς, που ξεκινά στην έντονα φορτισμένη τονικότητα της ντο ελάσσονος και ολοκληρώνεται στη φωτεινή, σχεδόν θριαμβική της ντο μείζονος, προφανώς δικαιολογεί τον τίτλο της συναυλίας «Eξοδος στο φως». Το έργο επιβεβαίωσε την πολύ καλή σχέση του Καρυτινού με το γερμανικό ρεπερτόριο του 19ου αιώνα. Παρά το γεγονός ότι θα χρειαστεί ακόμη χρόνος μέχρι τα έγχορδα, κρίσιμα στις Συμφωνίες του Μπραμς, να επανέλθουν στην προ κορωνοϊού κατάστασή τους, ο βαθιά λυρικός χαρακτήρας του δεύτερου μέρους αναδείχτηκε μέσα από τον προσεγμένο μελωδικό σχηματισμό των φράσεων και τον τρόπο με τον οποίο ανάσαινε η μουσική. Αντίστοιχα, ο αρχιμουσικός έδωσε στο αλεγκρέτο (γ΄ μέρος) την απαραίτητη ελαφράδα και κομψότητα. Στο επιβλητικό τελευταίο μέρος, με τη συνεργασία των χάλκινων και των ξύλινων πνευστών που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο όπως, ενδεικτικά μόνο, στην απόδοση του θέματος «του αλπικού κόρνου» και του «κοράλ», ο Καρυτινός ανέπτυξε διαδοχικά τις επιμέρους ενότητες φανερώνοντας ξεκάθαρα την πορεία του έργου από το σκοτάδι στο φως. Eτσι, το συναρπαστικό έργο ολοκληρώθηκε αισιόδοξα, αφήνοντας το θετικό αποτύπωμά του σε ολόκληρη τη βραδιά.