ΠΟΛΗ

Το ξεχασμένο αρχοντικό, Παρασίου και Αλκαμένους

to-xechasmeno-archontiko-parasioy-kai-alkamenoys-561553999

Υπάρχει εκείνη η Αθήνα που επιζεί σιωπηρά. Περπατούσα γύρω από την πλατεία Αττικής και είχα ήδη ποτίσει το βλέμμα μου με την παρακμιακή τρυφερότητα της οδού Λιοσίων. Υπήρχε ένας τραχύς ερωτισμός που ανέβλυζε από την τυχαιότητα. Συνεργεία, παλιές πολυκατοικίες, ξεχασμένες επιγραφές, καφενεία, ανταλλακτικά αυτοκινήτων, «τζάμια – κρύσταλλα – καθρέπται», ένας κόσμος σε περιδίνηση και σίγαση. Και μαζί μια καθημερινότητα που με ωθούσε στην ενδοχώρα της Λιοσίων. Η οδός Παρασίου συνδέει τη Λιοσίων με την Αχαρνών και μετέπειτα συνεχίζει προς Πατησίων ως Δεριγνύ. Δρόμος παλαιότατης αστικής μνήμης, με προσκαλούσε να τον περπατήσω και να συναντήσω και πάλι ένα από τα πιο γοητευτικά σπίτια της περιοχής. Στη γωνία Παρασίου και Αλκαμένους, το νεοκλασικό αρχοντόσπιτο έστεκε ακόμη. Δεν ξέρω αν θα υπάρχει σε πέντε ή δέκα χρόνια, γνωρίζω μόνο πως η μοναδικότητά του το τυλίγει με γάζες συγκίνησης σαν την υγρασία ενός σκοτεινού δάσους. Ενιωθα ένα κρυφό σύμπαν ψιθύρων, στεναγμών και τριγμών μέσα στο εσωτερικό του, που το φανταζόμουν με σκόρπια λείψανα εφημερίδων και περιοδικών, μισάνοιχτα συρτάρια σε παλιά τραπέζια κουζίνας, θολά ποτήρια και πιρούνια με σφυρήλατη λαβή, γαριασμένες μπανιέρες και μια πλάκα σαπούνι σκληρή και αφυδατωμένη σαν πέτρωμα. Η τετράφυλλη πόρτα που αποκαλύπτεται στο εσωτερικό, μέσα από ένα άνοιγμα, ήταν μισάνοιχτη και εύκολα γεννιόταν ο συνειρμός ενός λαϊκού θρύλου, με καταχωνιασμένες ιστορίες και τη σκιά μιας μοναχικής παρουσίας με λυτά μαλλιά ώς το πάτωμα. Αυτά τα εξωτικά στοιχεία μιας παραστρατημένης φαντασίας τα συντηρούσε σαν μέσα σε μια κόγχη αυτό το σπίτι, που αν ήταν σε ένα δρόμο της κεντρικής Αθήνας θα το ήξεραν όλοι και θα το αγαπούσαν οι φωτογράφοι και οι περιπατητές της πόλης. Θα ήταν ένα σπίτι περιβεβλημένο με αγάπη. Το παρατηρούσα όπως είναι τώρα, αυτό το αριστούργημα της νεοκλασικής Αθήνας, παρατημένο σε στρώσεις αδιάφορων βλεμμάτων. Προσπαθούσα να το σκεφτώ στις καλές του μέρες, εκεί γύρω στο 1910, 1920, 1930, όταν η Παρασίου, πριν από έναν αιώνα δηλαδή, θα ήταν ένας δρόμος μεσοαστικής ζωής, με όλη εκείνη τη γοητευτική σύμμειξη των αθηναϊκών συνοικιών. Είναι η συνήθης επωδός για τους κύκλους ζωής της αστικής ζωής στην Αθήνα, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το σπίτι της οδού Παρασίου 26 και Αλκαμένους 71 θα μπορούσε από μόνο του να σηκώσει το βάρος ενός ευρύτατου συμβολισμού. Η ευγένεια όσο και η πρωτότυπη μορφοπλαστική οργάνωση της όψης του μου θύμιζε ποιότητες της αθηναϊκής γειτονιάς που πλέον σπανίως σκέφτεται κανείς. Ακόμη και σε περιοχές με φτωχές υποδομές έβλεπε κανείς σπίτια μιας γοητείας που ξεπερνούσε κατά πολύ τον μέσο όρο, σπίτια που ήταν συμπυκνώσεις ασκημένων βλεμμάτων και μεγάλης μαστοριάς. Εβλεπα στο σπίτι αυτό κάτι πέραν του συνήθους και αυτό ίσως να οφειλόταν στον πρώτο ιδιοκτήτη, τον κτήτορα, στις αναφορές, στα βιώματα και στις παραστάσεις που είχε στη ζωή του. Ενα μικρό παλάτσο κοντά στη Λιοσίων, πόσο σουρεαλιστικός ο τίτλος για τα σημερινά δεδομένα, αλλά πόσο κοντά στην αλήθεια της Αθήνας, με όλα τα γήινα και υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά της, που όλα τα σήκωνε, όλα τα άλεθε και όλα τα χωρούσε. Και τα αστικά μικρά παλάτια, και τα κρασοπουλειά, και τα απλά σπιτάκια με τις αυλές, και τις μάντρες υλικών, και τις ταβέρνες, και τις πρώτες πολυκατοικίες, και τις μικρές ιδιωτικές κλινικές, και τα σχολεία, και τις εκκλησίες, και τα συνεργεία, και τα παντοπωλεία, και τα ψιλικατζίδικα. Αυτό το σπίτι, Παρασίου και Αλκαμένους, συμβολίζει εκείνη της Αθήνας της αστικής κινητικότητας, αλλά πιο πολύ εκείνη την αίσθηση του μέτρου και της αρμονίας, στην πιο ευγενή εκδοχή.