ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η μετάφραση σαν πολιτικό ζήτημα

Η Αφροαμερικανή ποιήτρια Αμάντα Γκόρμαν και η Ιρλανδή συγγραφέας Σάλι Ρούνεϊ φέρνουν νέα ήθη στο λογοτεχνικό τοπίο

i-metafrasi-san-politiko-zitima-561556456

Τον περασμένο Μάρτιο, η Αφροαμερικανή ποιήτρια Αμάντα Γκόρμαν, η οποία έγινε διεθνώς γνωστή όταν απήγγειλε το ποίημά της «Ο λόφος που ανεβαίνουμε» στην ορκωμοσία του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν, προκάλεσε αίσθηση στο διεθνές λογοτεχνικό στερέωμα με μία ακόμη κίνησή της: η ίδια και το εκδοτικό περιβάλλον της εξέφρασαν την επιθυμία να μεταφράζεται το έργο της από άτομα με παρόμοια πολιτισμικά χαρακτηριστικά, δηλαδή από νεαρές γυναίκες, αφρικανικής καταγωγής. Δεν ήταν η μόνη πρόσφατη είδηση από τον συνήθως ειρηνικό κόσμο της μετάφρασης. Στα μέσα Οκτωβρίου, η επιτυχημένη Ιρλανδή συγγραφέας Σάλι Ρούνεϊ αρνήθηκε να πουλήσει τα μεταφραστικά δικαιώματα του τελευταίου μυθιστορήματός της, «Beatiful world, where are you», στον ισραηλινό εκδοτικό οίκο που έχει εκδώσει τα προηγούμενα έργα της. Επιθυμία της είναι να στηρίξει το πολιτιστικό μποϊκοτάζ που έχουν ξεκινήσει και άλλοι δημιουργοί προς το ισραηλινό κράτος, εξαιτίας της στάσης του απέναντι στους Παλαιστινίους. Τα δύο ζητήματα πυροδότησαν αντιπαραθέσεις στο παγκόσμιο λογοτεχνικό σινάφι. Προέκυψαν, όπως ήταν επόμενο, μερικά ερωτήματα. Αραγε η μετάφραση ενός έργου, η κυκλοφορία του σε μια άλλη χώρα, δεν είναι κυρίως εκδοτική, λογοτεχνική και γλωσσική υπόθεση; Επηρεάζεται μια μετάφραση ή μια έκδοση –-και αν ναι σε ποιο βαθμό και με ποιον τρόπο– από το χρώμα, το φύλο, την κοινωνική τάξη, την πολιτική στάση και άλλα εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά του μεταφραστή ή της χώρας «εισόδου»;

Η ποιήτρια και μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά (που μαζί με τον νιγηριανής καταγωγής περφόρμερ MC Yinka μετέφρασε το ποίημα της Γκόρμαν στα ελληνικά για τις εκδόσεις Ψυχογιός), η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου, ο μεταφραστής και συγγραφέας Γιάννης Χάρης και η μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου επιχειρούν να δώσουν μια απάντηση. Την ίδια στιγμή, όμως, φανερώνουν και τις πολλές πτυχές που μπορεί να διαθέτει μια τέχνη –η τέχνη της μετάφρασης εν προκειμένω– όσο και αν ενίοτε παραγνωρίζεται.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΡΗΣ

Το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του

Σε ιδεώδεις συνθήκες ένας συγγραφέας θα έπρεπε να μπορεί να επιλέξει τον μεταφραστή του, όπως στο κάτω κάτω οποιοσδήποτε επιχειρηματίας τους συνεργάτες ή τους υπαλλήλους του. Κι από την άλλη, ένας μεταφραστής να επιλέξει τον συγγραφέα τον οποίο θα μεταφράσει. Τα κριτήρια και στις δύο περιπτώσεις θα είναι οπωσδήποτε υποκειμενικά, η λεγόμενη πνευματική συγγένεια που σχετίζεται με λογοτεχνικά κριτήρια, όσο κι αν αυτά ουσιαστικά θα προσδιορίζονται από αντικειμενικά, άρα εξωλογοτεχνικά κριτήρια. Τέτοια είναι, αναπόφευκτα και αυτονόητα, τα βασικά χαρακτηριστικά που φέρει ο καθένας μας –εθνικότητα, χρώμα, φύλο, ταξική-κοινωνική θέση, ιδεολογική ταυτότητα, σεξουαλικός προσανατολισμός, επίσης ενδεχόμενη σωματική αναπηρία κ.ά.– άσχετα αν αποτυπώνονται ή γενικότερα ανιχνεύονται στο έργο του συγγραφέα. 

Ετσι, ο συγγραφέας θα αναζητήσει τον συγγενέστερό του μεταφραστή. Και π.χ. οι γυναίκες και οι μαύροι/ες, με την καταπίεση εγγεγραμμένη στο DNA τους, οι ομοφυλόφιλοι, ένα άλλοτε κακοποιημένο παιδί, ο κατάκοιτος ασθενής κ.λπ., θα θεωρήσουν ότι θα τους νιώσει, ότι θα επικοινωνήσει καλύτερα μαζί τους ένας ομοιοπαθής – χωρίς βεβαίως αυτό να αποτελεί αυτόματα εγγύηση για το αποτέλεσμα της εργασίας. Η αξίωση λοιπόν της Αμάντας Γκόρμαν να μεταφράζεται από πολιτισμικά συγγενή της άτομα –εν προκειμένω νεαρή γυναίκα αφρικανικής καταγωγής, ακτιβίστρια– μπορεί να μοιάζει άγονη και αδιέξοδη στην απόλυτη εφαρμογή της (Σουηδός να μεταφράζεται από Σουηδό, αριστερός από αριστερό), είναι όμως απολύτως κατανοητή και πάντως απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του.
Οσο για την Ιρλανδή Σάλι Ρούνεϊ και την άρνησή της να μεταφραστεί στο σημερινό Ισραήλ, είναι καθαρά πολιτική απόφαση, που αυτή κι αν σχετίζεται με το απόλυτο δικαίωμα του δημιουργού στο έργο του. (Ας θυμηθούμε εδώ τον Αρθουρ Μίλερ, που την περίοδο της δικτατορίας είχε απαγορέψει να ανεβάζονται έργα του στη χώρα μας).

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ

Η «ιδεολογική ορθοδοξία» εντός του χώρου των γραμμάτων

Τα κείμενα είναι ευαίσθητοι οργανισμοί. Μέσα σε ένα κείμενο χιλιάδων λέξεων μπορεί μια λέξη να το χαρακτηρίσει αμετάκλητα, να του προσδώσει συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα, να το καταστήσει «ηρωικό» ή «καταδικαστέο», ανάλογα με το ρεύμα της εποχής. Κάπως έτσι, κατά τρόπο γελοιωδώς στενόμυαλο, ο Τομ Σόγιερ του Τουέιν αντιμετωπίστηκε πρόσφατα με δυσπιστία, επειδή περιέχει την (όντως απαράδεκτη, για τη σημερινή εποχή) λέξη «nigger». Αλλά τα κείμενα που μεταφράζονται διατρέχουν ακόμα μεγαλύτερους κινδύνους, αφού εδώ μπορεί να υπεισέλθει –πέρα από την ικανότητα του μεταφραστή να κατανοεί και να αποδίδει– και μια άλλη, επίσης σημαντική: η ικανότητα να αφήνει στην άκρη πολιτικές ή άλλες προσωπικές ανησυχίες υποτασσόμενος στον συγγραφέα και το έργο του. Ακούγεται εύκολο· δεν είναι. Αν δεχτούμε ότι η γλώσσα μας είναι ο κόσμος μας, εμείς οι μεταφραστές καλούμαστε να προσαρμόσουμε τον ίδιο τον κόσμο μας σε έναν άλλο, ξένο. Ομως, αυτή ακριβώς δεν είναι η ιδιαιτερότητα του καλού μεταφραστή, όπως, ας πούμε, και του καλού ηθοποιού; Πέραν τούτων, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε λογοτεχνικό έργο δεν παύει να είναι και ένα εμπορικό αγαθό, που χάρη στη διαδικασία της μετάφρασης έχει την πρόθεση να απευθυνθεί σε όλο τον κόσμο. Και όπως κάθε εμπορικό αγαθό είτε για λόγους μάρκετινγκ είτε από ειλικρινή ιδεολογικά κίνητρα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για να περάσει μηνύματα πέρα από το ακραιφνώς λογοτεχνικό του περιεχόμενο. Νομίζω πως όσο περισσότερο παγιώνεται μια γενικότερη, ας την πούμε, ιδεολογική ορθοδοξία εντός του ευρύτερου χώρου των γραμμάτων, θα εμφανίζονται όλο και συχνότερα χρήσεις του βιβλίου –και δη του μεταφρασμένου– που θα δηλώνουν, διακριτικά ή και χονδροειδώς, τη συμπόρευση, τη συστράτευση ή την ηγεμονία εκδοτών, δημιουργών ή και μεταφραστών στο ρεύμα αυτό. Παρά ταύτα: η τέχνη μακρά, ο δε βίος –με τις εκάστοτε απαιτήσεις του– σχεδόν αστεία βραχύς.

ΜΥΡΣΙΝΗ ΓΚΑΝΑ

Η λογοτεχνία έχει συχνά-πυκνά στρατευθεί στην πολιτική

Αν κάποτε η βασική συζήτηση γύρω από τη μετάφραση αφορούσε το αν είναι πιστή ή άπιστη, όμορφη ή άσχημη, αν μπορούν ή όχι να μεταφραστούν τα πάντα, πρόσφατα ανέκυψε και το ζήτημα του ποιος μπορεί να μεταφράσει τι, με αφορμή τη μετάφραση του ποιήματος της Αμάντα Γκόρμαν και την επιθυμία της ποιήτριας να χρησιμοποιήσει (και) το πεδίο της μετάφρασης ως πλατφόρμα ακτιβισμού. Η ίδια η Γκόρμαν λειτούργησε ως σύμβολο στην ορκωμοσία του προέδρου των ΗΠΑ. Επειτα από τα τέσσερα χρόνια της πολωτικής διακυβέρνησης Τραμπ, η επιλογή μιας νέας γυναίκας, μαύρης, παιδιού μονογονεϊκής οικογένειας που έχει ξεπεράσει και τα προβλήματα ομιλίας που αντιμετώπιζε, δήλωνε από μόνη της την επιθυμία της νέας κυβέρνησης να λειτουργήσει συμπεριληπτικά. Εχουμε ίσως ξεχάσει ότι η λογοτεχνία έχει συχνά πυκνά στρατευθεί στην πολιτική και η επαναφορά της πίστης ότι μπορεί να υπάρξει πραγματική αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο, μου φαίνεται, αν όχι αισιόδοξη, τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Η επιθυμία της Γκόρμαν, ας το ξεκαθαρίσουμε, δεν είναι να μεταφράζεται από άτομα που διαθέτουν τα ίδια πολιτισμικά χαρακτηριστικά ή τις ίδιες εμπειρίες με εκείνη – ποιος άνθρωπος άλλωστε μπορεί να βιώσει ακριβώς το ίδιο πράγμα με κάποιον άλλο; Είναι κυρίως να δοθεί χώρος και φωνή σε ανθρώπους που ανήκουν σε μειονότητες, που παραδοσιακά αποκλείονται από αυτόν τον χώρο και να δημιουργηθούν συνεργασίες. Πρόκειται για μία πράξη καθαρά πολιτική, όπως άλλωστε και αυτή της Ρούνεϊ. Η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης επηρεάζεται άμεσα από το γλωσσικό αίσθημα, την ενσυναίσθηση, την παιδεία, τις γνώσεις του ατόμου που μεταφράζει και από τη σχέση που καταφέρνει να δημιουργήσει με το πρωτότυπο κείμενο – και όλα αυτά δεν εξαρτώνται από το χρώμα, το φύλο του, την κοινωνική του τάξη κτλ. Μία τέτοια αντιμετώπιση θα καταργούσε τη βασική λειτουργία της λογοτεχνίας που, πάνω απ’ όλα, μας δημιουργεί την αίσθηση σύνδεσης με ολόκληρο το ανθρώπινο είδος.

ΑΜΑΝΤΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ

Η κατανόηση και η αποδοχή της ετερότητας

Αναρωτιέμαι αν πλέον η μόνη μορφή ενσυναίσθησης είναι η πολιτική ορθότητα. Αν ως συγγραφέας ή ως μεταφράστρια (στον βαθμό που μια μεταφράστρια είναι και συνδημιουργός) δεν μπορώ να νιώσω και να περιγράψω διά της έρευνας και της φαντασίας πώς αισθάνεται μια μαύρη γυναίκα, ένας άντρας, μια ηλικιωμένη, ένα άτομο με ειδικές ανάγκες ή ένας γκέι τότε δεν είμαι δημιουργός. Δεν καταλαβαίνω γιατί η Γκόρμαν πρέπει να μεταφραστεί από μια γυναίκα που να ανήκει στην ίδια φυλή. Οταν γράφουμε και μεταφράζουμε γινόμαστε άλλοι και άλλες, όταν διαβάζουμε επίσης. Στο πρώτο κεφάλαιο του «Γυναίκα Κορίτσι Αλλο» της Εβαρίστο ήμουν μαύρη λεσβία, στους «Μηχανικούς καταρράκτες» της Σώτης Τριανταφύλλου ήμουν ο Σαλ που ετοιμάζεται για αλλαγή φύλου. Και όταν διαβάζω Χέμινγουεϊ αυξάνεται η τεστοστερόνη μου, νιώθω τόσο άντρας που νομίζω ότι θα βγάλω γένια. Ή μήπως θα έπρεπε να είμαι μιγάς για να καταλάβω καλύτερα την Τζην Ρυς; Το ζήτημα δεν είναι η ομοιότητα αλλά η κατανόηση και η αποδοχή της διαφοράς. Αλλιώς θα στήσουμε απλώς απέναντι στο «λευκό αρσενικό» την τρανς συγγραφέα, τον Ασιάτη μεταφραστή κ.ο.κ.
Οσο για το μποϊκοτάζ του Ισραήλ από τη Σάλι Ρούνεϊ το θεωρώ φαιδρό. Ως Σάλι θα μπορούσε να μποϊκοτάρει τα ισραηλινά προϊόντα ή να πάει να πετάει πέτρες στη Λωρίδα της Γάζας, δικαίωμά της, αλλά ως Ρούνεϊ θα έπρεπε να το ξανασκεφτεί. Είναι σαν να μας λέει ότι οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες (άνθρωποι που στην ιδανική μορφή τους διψούν να ταυτιστούν και να καταλάβουν την ετερότητα) είναι ευθέως υπεύθυνοι για τις κυβερνήσεις τους. Γιατί ως ευσυνείδητη αριστερή δεν απαγόρευσε την κυκλοφορία του βιβλίου της στην Τουρκία ή στην Αμερική επί Τραμπ; Αυτές οι κινήσεις εντυπωσιασμού δεν ξαναδίνουν στη λογοτεχνία το χαμένο πολιτικό της γόητρο, δείχνουν απλώς ότι ασπαζόμαστε όλο και περισσότερο την ινσταγκραμική λογική του πυροτεχνήματος.