ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενας ξεχωριστός πιανίστας από την Ισλανδία παίζει Μότσαρτ

enas-xechoristos-pianistas-apo-tin-islandia-paizei-motsart-561554173

Εδώ και µερικά χρόνια οι προβολείς έχουν στραφεί στον 37χρονο Ισλανδό πιανίστα Βίκινγκουρ Ολαφσον. Χαρακτηρισμοί όπως «Ο Γκλεν Γκουλντ της Ισλανδίας» («Τάιμς της Νέας Υόρκης») ή «Eνας συναρπαστικός πιανίστας, ο οποίος στις συναυλίες δημιουργεί μοναδικά ηχητικά τοπία» («Τάιμς του Λος Αντζελες») δεν παραπέμπουν απλά σε έναν ακόμη λαμπερό δεξιοτέχνη. Ομοια, και η δισκογραφική του παρουσία δείχνει πως πρόκειται για ξεχωριστή προσωπικότητα. Ο Ολαφσον εισέπραξε διθυραμβικές κριτικές για τις ερμηνείες του σε έργα Φίλιπ Γκλας και έχει αποσπάσει ανάλογους επαίνους και διακρίσεις για τις ερμηνείες του σε συνθέσεις των Μπαχ, Ραμό και Ντεμπισί. Οπως λέει, αντιλαμβάνεται όλη τη μουσική ως σύγχρονη χωρίς να κάνει διακρίσεις.

Εύκολες για παιδιά αλλά δύσκολες για καλλιτέχνες θεωρούσε ο Σνάμπελ τις Σονάτες του Μότσαρτ.

Η πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά του Ολαφσον με τίτλο «Ο Μότσαρτ και οι σύγχρονοί του» (Deutsche Grammophon 486 0525) αποτελεί μία ακόμη πρόταση, ξεχωριστή από κάθε άποψη. Ο πιανίστας επιλέγει ως αφετηρία έργα της δεκαετίας του 1780, μιας εποχής κατά την οποία ο Μότσαρτ είχε ήδη βιώσει οδυνηρές απογοητεύσεις, ταπεινώσεις, όπως επίσης θλίψη και πόνο σε επαγγελματικό όσο και προσωπικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, είχε κάνει σημαντικά βήματα προς την ελευθερία, μετακινούμενος στη Βιέννη, μακριά από πριγκιπικές ή αρχιεπισκοπικές αυλές. Συντηρούσε τον εαυτό του και την αγαπημένη του σύζυγο Κονστάντσε ως ελεύθερος επαγγελματίας, μέσα από συναυλίες με έργα του, τις οποίες οργάνωνε ο ίδιος. Είναι η εποχή της «εύκολης Σονάτας» σε ντο μείζονα, αρ. 16, για την οποία ισχύει η περίφημη ρήση του Αυστριακού πιανίστα Aρτουρ Σνάμπελ, πως οι Σονάτες του Μότσαρτ είναι «πολύ εύκολες για παιδιά και πολύ δύσκολες για καλλιτέχνες».

Το απόφθεγμα αυτό μοιάζει η αφετηρία του συγκεκριμένου δίσκου, στον οποίο ο Oλαφσον φανερώνει με τον πιο άμεσο τρόπο όλα όσα περιέχονται στη φαινομενικά εύκολη μουσική όχι μόνο του Μότσαρτ, αλλά συνολικά της περιόδου του κλασικισμού. Eτσι, το πρόγραμμα του νέου δίσκου περιλαμβάνει επίσης συνθέσεις των Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ και Γιόζεφ Χάιντν, οι οποίοι σχετίζονταν άμεσα με τον Μότσαρτ, αλλά και των Ντομένικο Τζιμαρόζα και Μπαλντασάρε Γκαλούπι, οι οποίοι ανήκαν στο ίδιο «μουσικό οικοσύστημα», όπως εύστοχα το ονομάζει ο πιανίστας.

Προφανώς όλα αυτά που ακούγονται ωραία στο χαρτί, απομένει να φανούν στην πράξη. Ο Ολαφσον τα υποστηρίζει αποτελεσματικά χάρη σε ένα παίξιμο γεμάτο αποχρώσεις, όπου καμία επανάληψη μουσικής φράσης δεν είναι όμοια με εκείνη που προηγήθηκε, αλλά ούτε έρχεται σε στερεότυπη αντίθεση μαζί της. Ορισμένες φορές μοιάζει σαν η επανάληψη να διατυπώνεται ψιθυριστά, να υποσημειώνει χαμηλόφωνα. Ο διάλογος είναι διαρκής, αλλά ακόμη και όταν ο πιανίστας επιλέγει να φωτίσει μια σύνθεση με πιο αυστηρά χρώματα, όπως το τρίτο μέρος της Σονάτας σε ντο ελάσσονα αρ. 14 του Μότσαρτ, το παίξιμο δεν χάνει την ευγένειά του, η καμπύλη υπερτερεί της γωνίας. Ο Oλαφσον μεταφέρει σε μια σύγχρονη εξαιρετικά ελκυστική μουσική γλώσσα αισθητικές αξίες που διαμορφώθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα. Κατά τα λοιπά, η μουσικότητα και το γούστο του προσδιορίζουν το αποτέλεσμα.