ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εκκεντρικός «ποιητής» του παραδόξου

Το έργο του Αμερικανού εικονογράφου Εντουαρντ Γκόρι (1925-2000) εμπαίζει κατάμουτρα τις παραδοσιακές μας αντιλήψεις

ekkentrikos-poiitis-toy-paradoxoy-561565873

Φανταστείτε ένα παιδικό βιβλίο εκμάθησης του αλφαβήτου: στο μυαλό σας αμέσως έρχονται πολύχρωμες, ευχάριστες εικόνες, όπως συνήθως είναι αυτές που εικονογραφούν τα παιδικά αλφαβητάρια ανά τους τόπους και τους χρόνους.

Κι όμως, κάπου μέσα στη σχετική βιβλιογραφία υπάρχει ένα αλφαβητάρι παράξενο, σκοτεινό, γεμάτο με συννεφιασμένα σκίτσα. Σε 26 ασπρόμαυρες εικόνες φτιαγμένες με μαύρο πενάκι παρουσιάζονται ένα ένα τα γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου, και κάθε γράμμα αντιστοιχεί στο πρώτο γράμμα του ονόματος ενός μικρού παιδιού.

Στην πρώτη εικόνα, στο γράμμα «Α», βλέπουμε ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι με χλωμό πρόσωπο και άσπρο φόρεμα, που μόλις έχει σκοντάψει επικίνδυνα κατεβαίνοντας το κλιμακοστάσιο ενός παλιού, σκοτεινού σπιτιού. Κάτω από την εικόνα, βρίσκεται μια κυνική λεζάντα: «Το “Α” είναι για την Εϊμι (Amy) που έπεσε από τις σκάλες». Στο «Β», ο Βασίλης (Basil) έχει περικυκλωθεί, προφανέστατα χωρίς καμία ελπίδα να ξεφύγει, από μεγάλες μαύρες αρκούδες που είναι έτοιμες να του επιτεθούν.

Η λεζάντα ανακοινώνει, κάνοντας ρίμα με αυτήν της προηγούμενης εικόνας: «To “Β” είναι για τον Βασίλη που κατακρεούργησαν αρκούδες». Στο «C» ή Κλάρα, ένα εύθραυστο κορίτσι κείτεται στο κρεβάτι του μοιρολατρικά, σαν σκιά του εαυτού του, με μαύρα, στοιχειωμένα μάτια – η λεζάντα από κάτω γράφει: «Το C είναι για την Clara, που έσβησε».

Η μακάβρια παρέλαση των παιδικών αυτών θανατικών ανακοινώνεται με δίστιχα που κάνουν ρίμα, σαν σε παιδικό τραγουδάκι. Αυτό το μικροσκοπικό μονόπρακτο 26 σκηνών όπου ισάριθμα λιλιπούτεια καρτούν-παιδάκια φεύγουν από τον κόσμο αυτό με τόσους δημιουργικούς τρόπους όσοι και τα γράμματα του αλφαβήτου (ενώ αυτό γιορτάζεται με το σκοτεινό χιούμορ των συνοδευτικών στίχων) τυπώθηκε το 1963 και αποτελεί έμπνευση και έργο του εκκεντρικού Αμερικανού εικονογράφου Εντουαρντ Γκόρι.

Γεννημένος το 1925 στο Σικάγο, έφυγε από τη ζωή στη Μασαχουσέτη, το 2000, αφήνοντας πίσω του ένα μακρύ έργο περίπου 100 μικρών βιβλίων, εικονογραφήσεων για εκδόσεις, κοστούμια και σκηνικά μιας θεατρικής εκδοχής του «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ και έναν αινιγματικό μύθο για τον ίδιο και τη ζωή του.

ekkentrikos-poiitis-toy-paradoxoy0
Τα εξώφυλλα που σχεδίασε ο Γκόρι για τη σειρά φθηνών βιβλίων «Anchor» του εκδοτικού οίκου Doubleday συνιστούν ένα πολύτιμο, άγνωστο κεφάλαιο του έργου του, που σίγουρα θα συγκινούσε κάθε λάτρη της γραφιστικής και των εκδόσεων.

Ψηλός, με μεγάλη γενειάδα (οι φίλοι του έλεγαν πως έμοιαζε με ένα συνδυασμό Χέμινγουεϊ και Αγιου Βασίλη) στη νεαρή του ηλικία υπήρξε παιδί-θαύμα με μεγάλο ταλέντο στο σχέδιο – ήδη στην εφηβεία του έφτιαχνε σκίτσα για μια τοπική εφημερίδα. Υπηρέτησε στον πόλεμο για δύο χρόνια και με τον νόμο κοινωνικής αναπροσαρμογής των στρατιωτών (το «G.I. Bill») υποστήριξε σπουδές γαλλικής φιλολογίας στο Χάρβαρντ. Δεν έλαβε ποτέ επίσημη παιδεία πάνω στο αντικείμενο της δουλειάς του. Με πρόσκληση του εκδοτικού οίκου Doubleday μετοικεί το 1953 στη Νέα Υόρκη για να εικονογραφήσει μια σειρά βιβλίων και παραμένει εκεί για 30 χρόνια, ζώντας σε ένα διαμέρισμα ανάμεσα σε 20.000 βιβλία (που αγόραζε καθημερινά) και έξι γάτες, οι οποίες είχε πει πως αποτελούσαν «τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του» – φράση που αντηχούσε το γεγονός πως δεν είχε συνάψει ποτέ κάποια συντροφική σχέση, όντας, όπως είχε δηλώσει, ασεξουαλικός.

Την τριακονταετία αυτή έδινε καθημερινά ένα μικρό δικό του σόου στους δρόμους, συνήθως ντυμένος με μια γούνα από ρακούν που έφτανε ώς το πάτωμα (μία από τις πολλές της συλλογής του), τζιν και άσπρα πάνινα αθλητικά παπούτσια Keds, πηγαίνοντας να δει παλιές ταινίες σε σινεφίλ σινεμά αλλά κυρίως να παρακολουθήσει παραστάσεις μπαλέτου του New York City Ballet, κάτι που έκανε εμμονικά, για τα περισσότερα από τα χρόνια που έζησε στο Μανχάταν. Οι παραστάσεις αυτές αποτέλεσαν βασική επιρροή για το καλλιτεχνικό του έργο – μάλιστα λέγεται πως παρακολούθησε εκεί τον «Καρυοθραύστη» του Τσαϊκόφσκι 70 φορές μέσα σε δύο σεζόν. Οταν ο για δεκαετίες καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπαλέτου, Τζορτζ Μπαλανσίν, απεβίωσε το 1983, o Γκόρι άφησε τη μητρόπολη και μετοίκησε σ’ ένα σπίτι ηλικίας δύο αιώνων που είχε αγοράσει στο Κέιπ Κοντ της Μασαχουσέτης, όπου και έζησε τα τελευταία του χρόνια. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, το 2002, το σπίτι αυτό έγινε μουσείο αφιερωμένο στον ίδιο και στο έργο του.

Το κωμικοτραγικό εκείνο αλφαβητάρι των αρχών του ’60 με τον σχεδόν αμετάφραστο τίτλο «The Gashlycrumb Tinies» («Τα Γκάσλικραμπ Τοσοδούλικα», θα το αποδίδαμε ελεύθερα –στα γαλλικά είχε μεταφραστεί «Τα καταραμένα παιδιά»– «Les Enfants Fichus») έγινε ένα από τα πιο διάσημα έργα του, αλλά όταν κυκλοφόρησε, το 1963, είχαν ήδη προηγηθεί έντεκα παρόμοιες μικρές εκδόσεις καθώς και πολλές εικονογραφήσεις για περιοδικά και βιβλία.

Στο σύνολό του, το έργο του συνιστά μια παρέλαση από σκοτεινές, παράξενες φιγούρες που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ φωτός και σκοταδιού.

Γκρίζος κόσμος

Στην πρώτη του εκδοτική παραγωγή, στην «Αγχορδη άρπα» («Unstrung Harp») του 1953, επιδεικνύει, ήδη με ωριμότητα, τα βασικά υλικά του σκοτεινού και σαρκαστικού του στερεώματος, που θα ξεδιπλωνόταν μέσα στις επόμενες δεκαετίες: μια λεπτομερή ματιέρα φτιαγμένη με μαύρο πενάκι που δίνει μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια και στη δραματική σκιαγράμμιση και που υφαίνει έναν γκρίζο κόσμο από βικτωριανές εξοχικές επαύλεις γεμάτες αινιγματικές μορφές, παλιές βιβλιοθήκες και μεγάλα παράθυρα που κοιτούν προς άδεια τοπία όπου, ενίοτε, εμφανίζεται σιωπηλά κάτι φευγαλέο και μελαγχολικό, όπως ένα μικρό αερόστατο κάπου μακριά, μέσα στον χειμωνιάτικο ουρανό.

Στο βιβλίο αυτό βλέπουμε τον πρώτο μιας μακράς σειράς από παράξενους πρωταγωνιστές που διατρέχουν το έργο του, που ίσως συμβολίζει την περίοδο αβεβαιότητας που πέρναγε ο ίδιος μετά τις σπουδές του: έναν συγγραφέα με παράξενο κρανίο (που μοιάζει με… αμόνι, ή παπούτσι) που προσπαθεί να γράψει μια νουβέλα αλλά ποτέ δεν βρίσκει έμπνευση. Τα εξώφυλλα που σχεδίασε λίγο καιρό μετά στη Νέα Υόρκη για τη σειρά φτηνών βιβλίων «Anchor» του εκδοτικού οίκου Doubleday μαρτυρούν πως σύντομα βρήκε την έμπνευσή του και συνιστούν ένα πολύτιμο, άγνωστο κεφάλαιο του έργου του, που σίγουρα θα συγκινούσε κάθε λάτρη της γραφιστικής και των εκδόσεων.

Οι εικονογραφήσεις του και τα μικρά εκδοτικά πονήματα που ήρθαν τα μετέπειτα χρόνια είναι τόσο πολλά που δυσκολεύεται κανείς να διαλέξει για ποιο να μιλήσει. Ο Γκόρι μέσα σε μισό αιώνα έργου έχτισε μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από απολαυστικά δυσάρεστες και σουρεαλιστικές ιστορίες που όλες εμπαίζουν κατάμουτρα τις παραδοσιακές μας αντιλήψεις για την κοινωνία και την κουλτούρα μας, για την ίδια τη ζωή και τον θάνατό μας. Στα ταλαντούχα χέρια του, η πυρηνική, συντηρητική οικογένεια της μεταπολεμικής Αμερικής, με τα ξανθά λαμπερά μαλλιά και τα αισιόδοξα χαμόγελα, η αίσθηση πως «όλα θα πάνε καλά», μοιάζει να υποφέρει από τον δηλητηριώδη σαρκασμό του.

Οι τίτλοι μερικών από τα βιβλία του είναι αρκούντως αυτοπεριγραφικοί –από το «Τερατώδες Μωρό» ώς το «Επιπληκτικό Ποδήλατο»– αλλά εξίσου διάσημος με τα «καταραμένα τοσοδούλικα», μπορούμε να πούμε πως έγινε και ο «Αμφίβολος Επισκέπτης» («The Doubtful Guest») του 1957. Εκεί, ένα απροσδιόριστης προέλευσης και φύσης υβριδικό ον (κάτι μεταξύ ανθρώπου, ερπετού και πιγκουίνου) που φοράει ελβιέλες All-Star και κασκόλ, εισβάλλει ειρηνικά σε μια αριστοκρατική οικία των αρχών του περασμένου αιώνα, αρχίζει να συγκατοικεί με τους ενοίκους της και τους παρενοχλεί με ανεξήγητες, ανόητες συμπεριφορές (όπως παρευρισκόμενο
στο τραπέζι μαζί τους, κοιμώμενο στο πάτωμα σε ενοχλητικά σημεία ή κρύβοντας και πετώντας αντικείμενα του σπιτιού), ενώ αυτοί δεν μπορούν
να κάνουν τίποτα για να το εμποδίσουν.

Στο τελευταίο καρέ της ιστορίας βλέπουμε αυτό το απόκοσμο, άκακο πειραχτήρι, να κάθεται σε ένα σκαμπό, και την οικογένεια από πάνω του, σαστισμένη, ενώ η λεζάντα λέει, όπως την έχει απολαυστικά μεταφράσει από το πρωτότυπο ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης (εκδόσεις Ερατώ, 1990 / εκδόσεις Αγρα, 2013): «Συμπλήρωσε δεκαεφτά χρονάκια εδώ πέρα / κι ακόμα δεν ξημέρωσε του χωρισμού η μέρα».

Αυτή η καφκική, υποβόσκουσα αίσθηση του παραλόγου, το ανησυχητικό συναίσθημα κάποιας ανεξήγητης συνθήκης που υπάρχει συνεχώς μέσα στην καθημερινότητα αλλά αδυνατούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, η φευγαλέα εντύπωση πως οτιδήποτε θεωρούμε ασφαλές, μόνιμο ή «σοβαρό» μπορεί να ακυρωθεί ή να απομυθοποιηθεί μονομιάς, πρωταγωνιστούσε στις ιστορίες του με τρόπο περιπαικτικό και αιρετικό απέναντι σε οτιδήποτε πιστεύουμε πως είναι δεδομένο και σίγουρο. Ελεγε πως η γνωστή ρήση του σουρεαλιστή Γάλλου ποιητή Πωλ Ελυάρ, «υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά είναι μέσα σ’ αυτόν εδώ», αλλά και μια συγγενική ρήση, ενός άλλου Γάλλου σουρεαλιστή, του Ρεϊμόν Κενώ, «ο κόσμος δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά δεν είναι και κάτι άλλο», αποτελούσαν το θεμέλιο του έργου του.

ekkentrikos-poiitis-toy-paradoxoy2
To εξώφυλλο του εμβληματικού “The Gashlycrumb Tinies” του 1963

Το «Χάλογουιν»

Σήμερα, 31 Οκτωβρίου, ημέρα που γιορτάζεται το «Χάλογουιν», το έργο του μοιάζει ακόμα πιο επίκαιρο, εφόσον στο σύνολό του συνιστά μια παρέλαση από σκοτεινές, παράξενες φιγούρες που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ φωτός και σκοταδιού, στο διάστημα μεταξύ φθινοπωρινής και χειμερινής ισημερίας όπου το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας και ο ήλιος μας φωτίζει για λιγότερες ώρες μέσα στην ημέρα, κάτι που ενέπνευσε την αρχέγονη κελτική παράδοση του «Samhain», που, με τη σειρά της, αποτελεί τον μακρινό πρόδρομο της δημοφιλούς σημερινής γιορτής.

Στις σκιές του λυκόφωτος μεταξύ άνω και κάτω κόσμου φαίνεται πως δημιουργήθηκε και ο «Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης» («Nightmare Before Christmas») του 1993, των Χένρι Σέλικ και Τιμ Μπάρτον, μια εμβληματική ταινία που μοιάζει να είναι απευθείας απότοκο του κόσμου του Εντουαρντ Γκόρι. Η επιρροή του στη λαϊκή κουλτούρα υπήρξε μεγάλη: έφτασε μάλιστα πρόσφατα μέχρι και τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά των «Σίμπσονς» του Ματ Γκρέινινγκ: σε ένα σύντομο κλιπάκι, εμβόλιμο σε επεισόδιο που προβλήθηκε λίγες μέρες πριν, ο Μπαρτ Σίμπσον αποκτά μαύρα, δαιμονισμένα μάτια, και σε κλίμα «Χάλογουιν» γίνεται «κακός» με 26 διαφορετικούς τρόπους (φτάνοντας στο σημείο να… αποκεφαλίσει την οικογένειά του στο τραπέζι του δείπνου), αποδίδοντας έτσι ένα φόρο τιμής στα «Gashlycrumb Tinies».

«Αν εξιστορείς ανοησίες, καλύτερα να είναι δυσάρεστες, αλλιώς ποιο το νόημα; Προσπαθώ να σκεφτώ μια χαρούμενη ανοησία για παιδιά και μου μοιάζει εντελώς βαρετή. Οπως είχε πει ο Σούμπερτ, δεν υπάρχει χαρούμενη μουσική. Και μάλλον δεν υπάρχουν χαρούμενες ανοησίες», είχε πει κάποτε ο Γκόρι, ενώ μιλώντας με τον Σωτήρη Κακίση, αυτός μας λέει εμφατικά: «Καταχωρώ τις μεταφράσεις που έχω κάνει των έργων του Γκόρι στην ποίηση, στην καλή μάλιστα ποίηση, γιατί η ευστοχία και η λιτότητά του είναι διαρκής και η παραδοξότητά του μια κρυμμένη αλήθεια – όπως ακριβώς και στην ποίηση. Αυτός και μερικοί άλλοι δημιουργοί (ο Τζέιμς Θέρμπερ, ο Γούντι Αλεν και φυσικά ο Λιούις Κάρολ) θεωρώ πως μαζί φτιάχνουν μια “παρέα” με κοινές αναφορές και στοχασμό. Στο έργο τους η “ανοησία” είναι η ουσία». Ο ίδιος ο Γκόρι φαίνεται πως είχε πει το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια: «Τα έργα μου δεν μιλούν για τίποτε άλλο παρά για την απλή καθημερινότητα».