ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Κέντρο Κινηματογράφου: Διπλωματία, απολογισμός και στόχοι

Συνέντευξη Τύπου εφ’ όλης της ύλης από το Κέντρο Κινηματογράφου

kentro-kinimatografoy-diplomatia-apologismos-kai-stochoi-561566986

Ενα χρόνο μετά την ανάληψη καθηκόντων του, το Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου παρέθεσε χθες συνέντευξη Τύπου, κάνοντας έναν απολογισμό αυτού του πρώτου διαστήματος και προαναγγέλλοντας, δίχως πάντως να μπει σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες, όσα προγραμματίζονται για το 2022. Η αλήθεια είναι πως η παρούσα διοίκηση του ΕΚΚ, υπό την προεδρία του Μάρκου Χολέβα, είναι εκείνη που απολαμβάνει την ευρύτερη αποδοχή από την κινηματογραφική κοινότητα, εδώ και αρκετά χρόνια.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προβλήματα ή διαφωνίες, κάποιες από τις οποίες έχουν οδηγήσει άλλωστε και στη δικαστική οδό, όπως τα πρόσφατα ασφαλιστικά μέτρα τα οποία κατατέθηκαν από ομάδα σκηνοθετών ενάντια στη διαδικασία εγκρίσεων νέων παραγωγών με τη μέθοδο των αναγνωστών (readers), η οποία εφαρμόζεται τον τελευταίο χρόνο. «Υπάρχουν κάποιες μειοψηφίες που δεν μπορούν να δεχτούν ότι είμαστε στον 21ο αιώνα. Εμείς δημοσιοποιούμε τους κανόνες του “παιχνιδιού” και όποιος διαφωνεί μπορεί προφανώς να τους καταγγείλει στη Δικαιοσύνη, όπως και γίνεται. Οσο για τους readers, πρόκειται για μια πρακτική που εγκρίθηκε και άτυπα από τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινότητας με σχετική ανακοίνωση 566 υπογραφόντων», σημείωσε σχετικά ο κ. Χολέβας, επισημαίνοντας ακόμη πως με τον τρόπο αυτόν το ΕΚΚ κατάφερε να διεκπεραιώσει το σύνολο των εκκρεμών αιτήσεων που παρέλαβε και να μπορέσει πλέον να ασχοληθεί με τις καινούργιες.

Το διοικητικό συμβούλιο, έχοντας κλείσει ένα χρόνο στο τιμόνι του ΕΚΚ, έκανε ανακοινώσεις και για το 2022.

Η συγκεκριμένη δουλειά μαζί με την εφαρμογή του ειδικού προγράμματος COVID-19 του ΥΠΠΟΑ για την ενίσχυση του κινηματογράφου ήταν και οι βασικές «αποστολές» του ΕΚΚ μέχρι στιγμής, όπως σημείωσαν και τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. που βρέθηκαν στη διαδικτυακή συνάντηση. Ιδιαίτερα το πρόγραμμα COVID-19 είχε ως αποτέλεσμα η φετινή χρηματοδότηση του Κέντρου να είναι η υψηλότερη των τελευταίων ετών, όπως ανέφερε ο κ. Χολέβας: «Κατά την άποψή μου η χρηματοδότηση πρέπει να φτάνει γύρω στα 6,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Στα σημερινά 3,6 εκατ. θα προστεθούν για την επόμενη τριετία άλλα 2 εκατ. περίπου από την ένταξη του ΕΚΚ στο Ταμείο Ανάκαμψης».

Χρήματα, ωστόσο, στον χώρο του κινηματογράφου υπάρχουν και μάλιστα πολλά αυτόν τον καιρό, μέσω της δραστηριότητας του ΕΚΟΜΕ, η οποία ενισχύει τόσο ελληνικές όσο και ξένες παραγωγές. Από την άλλη, η σχέση του τελευταίου με το ΕΚΚ, που δεν υπήρξε ακριβώς ανέφελη τα πρώτα χρόνια της παράλληλης πορείας των δύο οργανισμών, είναι απολύτως κρίσιμη για την αποτελεσματική λειτουργία του κινηματογραφικού οικοδομήματος στη χώρα μας. «Δεν υπάρχει θέμα ανταγωνισμού με το ΕΚΟΜΕ. Απλώς ο νόμος σύστασής του το 2015 δημιουργούσε κάποιες επικαλύψεις δράσεων. Στην πραγματικότητα, οι δύο οργανισμοί έχουν διαφορετικούς ρόλους: το μεν ΕΚΟΜΕ είναι ένα ταμείο, το οποίο χρηματοδοτεί μια ταινία έτοιμη να γίνει, ενώ το ΕΚΚ συνδράμει στη δημιουργία της από το πρώτο στάδιο της γέννησής της. Το πρώτο είναι ουσιαστικά το κερασάκι στην τούρτα, ωστόσο παραμένει εξαιρετικά σημαντικό», είπε μάλλον… διπλωματικά ο κ. Χολέβας, ο οποίος πρόσθεσε (ορθώς) ότι οι δύο φορείς πρέπει να κάθονται στο ίδιο τραπέζι όχι μόνο σε ειδικές περιπτώσεις αλλά στην καθημερινότητά τους.

Ενα άλλο απότοκο των ξένων και ελληνικών κινηματογραφικών έργων που ανθούν πλέον στην Ελλάδα, είναι και η ανάγκη για επαγγελματίες του σινεμά. «Πράγματι, είμαστε οριακά σε αριθμό επαγγελματιών αυτή τη στιγμή σε σχέση με τις ανάγκες. Το ΕΚΚ ετοιμάζει διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα για την κατάρτιση του δυναμικού, ένα εκ των οποίων αφορά αποκλειστικά τους τεχνικούς που ασχολούνται με τις μεγάλου βεληνεκούς παραγωγές».

Οσο για τη νέα γενική διευθύντρια του ΕΚΚ, Αθηνά Καρτάλου-Αντούκου, η οποία όπως ειπώθηκε έχει «ήδη σηκώσει μανίκια», υπογράμμισε πως «όσο εξομαλύνουμε τις διαδικασίες στο εσωτερικό τόσο λιγότερο θα τίθενται θέματα αρμοδιοτήτων. Τα πράγματα για εμένα είναι καθαρά: το Δ.Σ. χαράζει πολιτική και η διευθύντρια υπηρετεί το όραμα προτείνοντας κατάλληλες στρατηγικές».