ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Καλάβρυτα 1943, το τρέιλερ που άναψε φωτιές

Επειτα από τον «θόρυβο» και τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η κυκλοφορία του τρέιλερ της επερχόμενης ταινίας «Καλάβρυτα 1943», η «Κ» σκιαγραφεί το ζήτημα συνομιλώντας με τον πρόεδρο της Ενωσης Θυμάτων Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, τον σκηνοθέτη της ταινίας, αλλά και τον δημιουργό ενός ακόμη σχετικού ντοκιμαντέρ.

Καλάβρυτα 1943, το τρέιλερ που άναψε φωτιές

Στο Χόλιγουντ, οι γκουρού της βιομηχανίας λένε καμιά φορά μεταξύ σοβαρού και αστείου πως «το σημαντικότερο κομμάτι μιας ταινίας είναι το… τρέιλερ». Εννοώντας βέβαια πως ένα καλό τρέιλερ μπορεί να φέρει τον κόσμο στις αίθουσες ανεξαρτήτως του τι θα δει τελικά εκεί. Στην περίπτωση, πάντως, του «Καλάβρυτα 1943», της νέας ταινίας του Νικόλα Δημητρόπουλου που πρόκειται να κυκλοφορήσει την προσεχή Πέμπτη στις αίθουσες, το σύντομο κλιπ των 2 και κάτι λεπτών ήταν αυτό που ξεσήκωσε έντονες αντιδράσεις από τους κατοίκους του χωριού που μαρτύρησε κατά τη ναζιστική κατοχή.

Η ταινία, σε σενάριο που υπογράφει ο Δημήτρης Κατσαντώνης, αφηγείται την ιστορία του Νικόλα Ανδρέου (τον υποδύεται ο Μαξ φον Σίντοφ), ενός ηλικιωμένου επιζήσαντος της σφαγής, ο οποίος πολλά χρόνια αργότερα αναθυμάται τα τραγικά γεγονότα για χάρη μιας Γερμανίδας δικηγόρου. Στο επίμαχο σημείο του τρέιλερ απεικονίζεται ένας Αυστριακός στρατιώτης, ο οποίος ανοίγει τις πόρτες του φλεγόμενου σχολείου του χωριού, προκειμένου να διαφύγουν τα γυναικόπαιδα που είχαν κλειστεί εκεί από τους ναζί, ενώ την ίδια ώρα οι άνδρες οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

«Πρόκειται για τελείως ανιστόρητη τοποθέτηση, για ένα μύθευμα ουσιαστικά το οποίο είναι γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες στην περιοχή μας. Το δημοτικό συμβούλιο των Καλαβρύτων μάλιστα, έπειτα από σχετικές έρευνες και μαρτυρίες που κατατέθηκαν, με ψήφισμά του το 1990 ξεκαθάρισε τελεσίδικα πως κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Οι γυναίκες τράβηξαν τις πόρτες προς τα μέσα και κατάφεραν έτσι να ξεφύγουν», μας λέει ο πρόεδρος της Ενωσης Θυμάτων Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, Χαρίλαος Ερμείδης.

Επίσης, όπως επισημαίνει, όλα αυτά τα έθεσαν υπ’ όψιν των ανθρώπων της παραγωγής, όταν οι τελευταίοι επισκέφθηκαν τα Καλάβρυτα το 2018. «Μιλήσαμε αναλυτικά τότε και τους ζητήσαμε συγκεκριμένα να μη συμπεριλάβουν αυτό το ψέμα στην ταινία. Προφανώς πρόκειται για μυθοπλασία, ωστόσο, εδώ δεν μιλάμε για κάποιον υποτιθέμενο έρωτα, π.χ., ενός Γερμανού με μια Ελληνίδα, αλλά για ένα στιγμιότυπο που παραποιεί την ιστορική αλήθεια. Επίσης μας είχαν υποσχεθεί ότι θα δούμε την ταινία πριν κυκλοφορήσει, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ».

Απεικονίζεται ένας Αυστριακός να ανοίγει τις πόρτες του φλεγόμενου σχολείου – «Είναι λυπηρό που κρίνεται πριν καν κυκλοφορήσει», λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας.

Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Ερμείδης συμπληρώνει ότι εκείνος όπως και οι υπόλοιποι Καλαβρυτινοί δεν θέλουν να δώσουν περισσότερη έκταση στο ζήτημα, προτού τουλάχιστον δουν και την υπόλοιπη ταινία. Ο σκηνοθέτης, Νικόλας Δημητρόπουλος, από την πλευρά του, σε επικοινωνία που είχαμε, σχολίασε ως εξής: «Το φιλμ είναι ένα έργο μυθοπλασίας. Ωστόσο είναι λυπηρό που κρίνεται πριν καν κυκλοφορήσει. Η μόνη υπόσχεση που έδωσα ήταν στον εαυτό μου, να καταφέρω να δείξω τα αίσχη και τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι ναζί στα Καλάβρυτα. Να υπενθυμίσω στον κόσμο ότι ο φασισμός είναι γεμάτος μίσος και κακό και πρέπει να εξαλειφθεί».

Διαφορετικές εκδοχές

Αν κάποιος προσπαθήσει να αναζητήσει τον μίτο της ιστορικής ακρίβειας σχετικά (και) με τα γεγονότα των Καλαβρύτων, μάλλον θα αντιληφθεί γρήγορα πως αυτό δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση. Διαφορετικοί ιστορικοί ή ερευνητές, από την Ελλάδα και το εξωτερικό μπορεί να υποστηρίξουν διαφορετικές ως προς τις λεπτομέρειές τους εκδοχές, ενώ και οι ίδιες οι μαρτυρίες μπορεί να είναι συχνά αντικρουόμενες. Αυτά μας επισημαίνει ο Γιάννης Σκαλιδάκης, διδάκτωρ Ευρωπαϊκής και Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ο ίδιος πάντως συμπληρώνει πως δεν έχει υπ’ όψιν του ατράνταχτα τεκμήρια που να πιστοποιούν την ιστορία του Αυστριακού στρατιώτη.

«Γενικότερα ο μύθος του “καλού” Αυστριακού και ακόμα περισσότερο του “καλού” Ιταλού είναι ιδιαίτερα δημοφιλής τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό αναφορικά με τα γεγονότα του πολέμου. Από εκεί και έπειτα, είναι αναπόφευκτο πως μέσα από τη μυθοπλασία εμπεδώνονται συχνά συγκεκριμένες αναγνώσεις της Ιστορίας που μπορούν ανά περιπτώσεις να εξυπηρετούν σύγχρονα συμφέροντα. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι παραγωγοί της ταινίας για τα Καλάβρυτα έκαναν απαραίτητα κάτι τέτοιο, ωστόσο στην πορεία του σινεμά υπάρχουν πολλά σχετικά παραδείγματα».

Μπορεί όμως να υπάρξει «επίσημη» Ιστορία σχετικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα; «Η επίσημη Ιστορία ενός κράτους είναι επί της ουσίας ένα κυρίαρχο αφήγημα, το οποίο περνάει στο εκπαιδευτικό σύστημα, στις επίσημες τελετές, στα ονόματα των δρόμων κ.ο.κ. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, μέχρι το 1981 είχαμε το αφήγημα της “εθνικοφροσύνης”, έπειτα ήρθε η λεγόμενη εθνική συμφιλίωση. Στα πιο πρόσφατα χρόνια βλέπουμε με αφορμή την κρίση να έρχονται πια ξανά στο προσκήνιο οι παλιές αντιπαλότητες. Αναφορικά με τη δεκαετία του 1940, πάντως, πιστεύω πως είναι αρκετά καλά τεκμηριωμένη· μπορεί να μη γνωρίζουμε με βεβαιότητα τους αριθμούς των νεκρών κάποιας μάχης ή τι συνέβαινε πίσω από όλες τις κλειστές πόρτες, όμως έχουμε πάρα πολλές γραπτές μαρτυρίες, άπειρα δημοσιεύματα και αρχειακές πηγές εντός και εκτός χώρας. Από εκεί και έπειτα είναι ζήτημα ερμηνείας», καταλήγει ο κ. Σκαλιδάκης.

«Ενα ζωντανό υπαρξιακό ερώτημα»

Της Γιούλης Επτακοίλη

Στα τέλη Ιουλίου 2013 ο σκηνοθέτης Ηλίας Γιαννακάκης δέχθηκε μια πρόταση από την Ενωση Καλαβρυτινών Αθήνας: να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ για μία από τις πιο τραγικές στιγμές της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Του ζητήσαμε να θυμηθεί την εμπειρία αυτή. «Είχα ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή μου», λέει στην «Κ». «Επρεπε το ντοκιμαντέρ να είναι έτοιμο τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, οπότε συμπληρώνονταν 70 χρόνια από τη θηριωδία που συντελέστηκε στα Καλάβρυτα». 

Καλάβρυτα 1943, το τρέιλερ που άναψε φωτιές-1
«Αυτό που κρατώ πολύ έντονα μέχρι σήμερα είναι πόσο βαρύ είναι το υπαρξιακό δράμα αυτής της ιστορίας τόσες δεκαετίες μετά».

Πώς προσεγγίζει κανείς ένα τόσο τραγικό ιστορικό γεγονός, πώς στέκεται απέναντι σε ένα βαθύ, ανεξίτηλο τραύμα; «Το πρώτο που έκανα ήταν να επισκεφθώ τα Καλάβρυτα και να ψυχανεμιστώ τι έχει μείνει από τότε. Διαπίστωσα από την αρχή ότι ο διχασμός παρέμενε ζωντανός. Από τη μια βρισκόταν η πλευρά που υποστήριζε ότι η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες προκάλεσε τις θηριωδίες και από την άλλη εκείνοι που πίστευαν ότι επρόκειτο για τακτική εκκαθαρίσεων των Γερμανών. Προσπάθησα να μην επηρεαστώ από τα βέλη των δύο πλευρών και να επικεντρωθώ στα γεγονότα. Ολα έγιναν σε συνεργασία με τους ανθρώπους των Καλαβρύτων». 

Υπήρξαν σημεία τριβής; «Αρχικά το μόνο που μου ζήτησαν ήταν το ντοκιμαντέρ να περιλαμβάνει μαρτυρίες πολλών ανθρώπων, γυρίσματα και μαρτυρίες από τα γύρω χωριά, που υπέστησαν τα αντίποινα των Γερμανών. Από κει κι έπειτα στην πορεία υπήρξαν κάποια σημεία τριβής γιατί οι άνθρωποι αυτοί, όπως και όλοι όσοι κουβαλούν βαθιά τραύματα, θέλουν χρόνο για να κατανοήσουν την έννοια της δημιουργικής ελευθερίας. Πρέπει να πω όμως ότι με τη συζήτηση όλα ξεπεράστηκαν. Ενα από τα θέματα που με ενδιέφερε να διερευνήσω στο ντοκιμαντέρ ήταν αν όλοι οι Γερμανοί ήταν τέρατα. Υπήρξαν δύο Αυστριακοί στρατιώτες που έσωσαν δύο παιδιά, αλλά επρόκειτο για μεμονωμένες περιπτώσεις. Ξέρετε, αυτό που κρατώ πολύ έντονα μέχρι σήμερα είναι πόσο βαρύ είναι το υπαρξιακό δράμα αυτής της ιστορίας τόσες δεκαετίες μετά. Είναι ένα πολύ επώδυνο θέμα, ένα ζωντανό υπαρξιακό ερώτημα για τον πόλεμο, την καταστροφή, την απώλεια και μια κοινότητα που καλείται να τα διαχειριστεί όλα αυτά». 

ΑΠΟΨΗ

Ανεξίτηλο σημάδι 

Του Τάσου Σακελλαρόπουλου

Η ζωή των ανθρώπων μετά τους πολέμους συνοδεύεται από την οδύνη της καταστροφής. Πέρα από τους εμπλεκόμενους μαχητές, λόγο και παρουσία την περίοδο της ειρήνης έχουν και οι άμαχοι που υπέστησαν τις καταστροφές. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι οι άμαχοι πληθυσμοί που υπέστησαν άμεσα συμπυκνωμένη βαρβαρότητα. Ο ειδικός όρος που συνοδεύει έκτοτε τις βάρβαρες αυτές ενέργειες είναι: εγκλήματα πολέμου. Πρόκειται για σφαγές, πυρπολήσεις, δολοφονίες, για ένοπλες επιθέσεις από πολυπληθείς δυνάμεις εναντίον αμάχων και, βεβαίως, αόπλων κατοίκων χωριών. Κυριότερος στόχος των σφαγέων είναι η εφαρμογή αντιποίνων και η τυφλή τιμωρία που ακολουθεί ένα χτύπημα που έχουν υποστεί ως δυνάμεις κατοχής. Βαθύτερος στόχος, η τρομοκράτηση των τοπικών πληθυσμών και η ποινικοποίηση κάθε μορφής αντίστασης, είτε ένοπλης άμεσης είτε έμμεσης. Ιδιαίτερα στη δεύτερη περίπτωση, έμμεση αντίσταση θεωρήθηκε ακόμη και το υψηλό πατριωτικό φρόνημα που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια της Κατοχής των ετών 1941-1944. 

Εάν θα επιλέγαμε τον κυριότερο στόχο της βαρβαρότητας των κατακτητών επί αμάχων – αόπλων, θα ήταν ακριβώς αυτό το στοιχείο του πατριωτικού φρονήματος. Στοιχείο που παρέμεινε ακέραιο μετά τις σφαγές, ακόμη και σε περιοχές, μεταξύ άλλων, όπως τα Καλάβρυτα, η Βιάννος, το Δίστομο ή το Κομμένο της Aρτας. Τόποι που υπέστησαν την απάνθρωπη βαρβαρότητα των αρχών Κατοχής, ως αντίποινα για τη δράση αντιστασιακών ομάδων, αλλά και για την ισχυρή ηθική θέση τους κατά των κατακτητών.  Οι σφαγές άφησαν πίσω τους μια απέραντη θλίψη, ένα μεγάλο φόβο και τεράστιες ελλείψεις στις ζωές όσων επέζησαν. Ελλείψεις υλικές λόγω καταστροφών, αλλά κυρίως ελλείψεις ψυχικές λόγω των προσφιλών, οικείων και αγαπημένων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν μαζικά και εν ψυχρώ. Η απώλεια, ο πόνος, οι απουσίες ανθρώπων συνδέθηκαν με τη δύσκολη μεταπολεμική αφετηρία της χώρας μας. Κοντά στην οικονομική δυσπραγία, την έλλειψη υποδομών και τον τραγικό εμφύλιο πόλεμο, πολλοί τόποι της πατρίδας μας χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν και τη σωρεία των παραπάνω δυσκολιών.

Το πλαίσιο αυτό οδήγησε σταδιακά στη συγκρότηση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας, ενός ανεξίτηλου σημαδιού που φέρνουν στην ψυχή τους οι κοινωνίες των μαρτυρικών αυτών ελληνικών τόπων. Εκεί, ακόμη και για τις γενιές που ακολούθησαν, το σημάδι αυτό αποτελεί τίτλο τιμής και μαζί τίτλο πόνου και δράματος. Είναι ένα βίωμα έστω και έμμεσο, συχνά ισχυρό όσο και το άμεσο, το οποίο γίνεται σεβαστό από τους ίδιους τους απογόνους, όπως έγινε σεβαστό από όσους το υπέστησαν και επέζησαν. Σαν να χρειάζεται αυτή η «δεύτερη» ζωή του τραύματος για να εκτιμηθεί η ζωή και για να σηματοδοτηθούν το μέγεθος της θηριωδίας και η απαξίωση της ζωής των αμάχων, που βίωσαν οι πρόγονοί τους.  
 
* O κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος Ιστορικών Αρχείων Μουσείου Μπενάκη.