ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χαϊδελβέργη: Εκεί που το παρελθόν και το παρόν είναι ένα

Περιπλάνηση στην ιστορική και πανέμορφη Χαϊδελβέργη, πόλη που ισορροπεί το φυσικό τοπίο με την αρχιτεκτονική των κτιρίων

Χαϊδελβέργη: Εκεί που το παρελθόν και το παρόν είναι ένα

Για πρώτη φορά διάβασα κάτι ολοκληρωμένο για τη Χαϊδελβέργη, πόλη του κρατιδίου Βάδης-Βυρτεμβέργης της Γερμανίας, το 1980, όταν σε βιβλιοπωλείο της οδού Ιπποκράτους ανακάλυψα το βιβλίο του φιλοσόφου Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου (1900-1981), έναν νοσταλγικό φόρο τιμής στην πόλη όπου συνέχισε τις σπουδές του, μετά τη Βιέννη, στη Φιλολογία και Φιλοσοφία (1922-1925), κοντά σε σπουδαίες μορφές, όπως τον Καρλ Γιάσπερς, τον Αλφρεντ Βέμπερ και τον Χάινριχ Ρίκερτ. Ο τίτλος του βιβλίου του, που είχε κεντρίσει τότε το ενδιαφέρον μου, είναι «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» (Εστία, 1980).

Την ίδια εποχή την «ξανασυνάντησα» μέσω του ποιήματος Χαϊδελβέργη, μιας ωδής στην πόλη, του μεγάλου Γερμανού ποιητή Γιόχαν Κρίστιαν Φρίντριχ Χέντερλιν (1770-1843), και ένιωσα οικεία μαζί της, ότι τη γνωρίζω, είχα την αίσθηση της αρμονίας που με ακολούθησε από την πρώτη στιγμή που περπάτησα στους δρόμους της. Αρμονία που προκύπτει από τη σύνδεση του ανθρώπινου παράγοντα με το νερό, τον ποταμό Νέκαρ, το πράσινο στην πόλη και στις διάσπαρτες πλαγιές των βουνών που την περιβάλλουν, τα σκιουράκια που περιπλανώνται στους ιδιόκτητους κήπους. Η ισορροπία του φυσικού τοπίου με την αρχιτεκτονική των κτιρίων, τα περισσότερα από τα οποία χτίστηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με την αρτ νουβό να κυριαρχεί, αλλά και εκείνα του γοτθικού και μπαρόκ ρυθμού στην παλιά πόλη, επηρεάζει την ψυχολογία του περιπατητή, του ποδηλάτη, του οδηγού, που ήρεμος διατηρεί κάτι το οποίο του δόθηκε και συνεχίζει να το προστατεύει.  

Ανηφορίζεις στη Φιλοσοφική Οδό και σε συντροφεύουν, πέρα από τις εικόνες του παρελθόντος που φέρνεις στον νου, οι καταπράσινες πλαγιές του βουνού, όπου ακόμα και σήμερα βόσκουν πρόβατα, δίπλα ακριβώς στην πόλη, μια ανάσα από τον ποταμό Νέκαρ, τα πανεπιστημιακά επιβλητικά κτίρια που συνυπάρχουν αρμονικά κοντά σε κρυμμένες, πίσω από τα ψηλά δέντρα, επαύλεις. Μονοπάτια καλυμμένα από το πράσινο και τις λειχήνες σε οδηγούν στην παλιά πέτρινη γέφυρα και την πύλη της με τους δύο πύργους, στην Πύλη του Καρόλου, που ενώνεται με την πλατεία Μπίσμαρκ, όπου καταλήγει ο μακρύς πεζόδρομος, και σε συστήνουν στο μεσαιωνικό παρελθόν της πόλης, στο παλάτι της, το οποίο δεσπόζει σε μια πλαγιά του βουνού (ο θρόνος του βασιλιά), στις εκκλησίες, στις πλατείες, στο ιστορικό πανεπιστήμιο, στη «φυλακή των φοιτητών», στον «πύργο των μαγισσών», τμήμα του μεσαιωνικού οχυρωματικού τείχους.  

Το πανεπιστήμιο στην παλιά πόλη, οι σχολές στο Νοϊενχάιμ και τμήματα του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ δημιουργούν κοινότητες επιστημόνων.

Στα νερά του ποταμού Νέκαρ, μεγάλα και μικρά πλεούμενα πηγαινοέρχονται, ενώ αγόρια και κορίτσια προπονούνται με τα κανό τους. Αλλά και στο γρασίδι, κάτω από τις ιτιές, στις όχθες του, νέοι και ηλικιωμένοι απολαμβάνουν, συντροφιά με τις πάπιες, τη δροσιά και την ομορφιά του τοπίου. Και όταν περπατάς είτε στους δρόμους της παλιάς πόλης, με τα διώροφα ή τριώροφα κτίσματα, των οποίων τα παράθυρα είναι στολισμένα με γεράνια, προσπερνώντας σπίτια, σε εξαιρετική κατάσταση, όπου έζησαν ο Ρόμπερτ Σούμαν και ο Καρλ Γιάσπερς, είτε στην οδό Σρέντερ του Νοϊενχάιμ, έχεις την εντύπωση ότι ο χρόνος, παρελθόν και παρόν, έχει συμπυκνωθεί και έχει γίνει ένα. Ισως αυτή η ένωση να κάνει τον επισκέπτη να μη βαριέται την πόλη, να τη σέβεται γιατί τον σέβεται και αυτή. Και αν θέλεις να γνωρίσεις τις πιο μακρινές γειτονιές της, επιλέγεις να επισκεφθείς την ταπεινή περιοχή του Χαντσουσχάιμ, περπατώντας δίπλα στις γραμμές του τραμ, κάτω από τα πλατάνια ή τις φλαμουριές, που απλώνονται παντού, για να συναντήσεις απλά σπίτια, βγαλμένα από άλλη εποχή, με μικρούς κήπους που τους κρύβουν μεγάλες, ξύλινες πόρτες, οι οποίες κάποτε ήταν είσοδοι για τους στάβλους, επιβλητικές εκκλησίες, ένα ωδείο και μεσαιωνικά κάστρα. Εδώ θα συναντήσει κανείς και το μανάβικο χωρίς τον μανάβη, με μόνο έναν ξύλινο πάγκο, ένα ποδήλατο, τα λαχανικά, μια ζυγαριά και κάποιες γραπτές οδηγίες για τον υποψήφιο πελάτη. Και παραδίπλα ένα εστιατόριο, κρυμμένο μέσα σε μια πλακόστρωτη στοά, σερβίρει γερμανικό φαγητό πάνω σε ξύλινους πάγκους, με όλα τα απαραίτητα να είναι λιτά και περιποιημένα.

Χαϊδελβέργη: Εκεί που το παρελθόν και το παρόν είναι ένα-1
Η πόλη επηρεάζει την ψυχολογία του επισκέπτη, που ήρεμος διατηρεί κάτι το οποίο του δόθηκε και συνεχίζει να το προστατεύει. (shutterstock)

Η εμπιστοσύνη

Οι κάτοικοι στη Χαϊδελβέργη εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και έτσι εξηγείται η απουσία του μανάβη από τον πάγκο του, όπως και η λειτουργία της ανοιχτής δανειστικής βιβλιοθήκης, που είναι τοποθετημένη στην πλατεία της Αγοράς, στο Νοϊενχάιμ, δίπλα στα καφέ και τα εστιατόρια. Οι περαστικοί κάνουν μια στάση, αφήνουν τα βιβλία τους ή επιλέγουν αυτά που θα δανειστούν. Και αν ο επισκέπτης της πόλης δει παρατημένα βιβλία πάνω σε περβάζια σπιτιών ή καταστημάτων, σε κεντρικούς ή μικρούς δρόμους της πόλης, ας μην απορήσει. Τα βιβλία τα άφησαν εκεί όσοι επιθυμούν να τα μοιραστούν με άτομα που δεν έχουν την οικονομική άνεση να τα αγοράσουν. Μια συναλλαγή που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη των πολιτών. Το πανεπιστήμιο στην παλιά πόλη, η Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, η πιο παλιά στη Γερμανία, αλλά και οι σχολές στο Νοϊενχάιμ, το Μαθηματικόν (Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και εμπορικά καταστήματα στο ισόγειο), μαζί με τα διάφορα επιστημονικά τμήματα του κορυφαίου Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ, με ξεχωριστή θέση αυτό του Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου και Διεθνούς Δικαίου, δημιουργούν κοινότητες επιστημόνων που, αν και προέρχονται από διάφορα μέρη του κόσμου, εντάσσονται στον χώρο και απολαμβάνουν ένα άκρως οργανωμένο και δημιουργικό περιβάλλον.

Η ήρεμη ατμόσφαιρα, οι εικόνες της πολυεπίπεδης πόλης ακολουθούν τον επισκέπτη που αισθάνεται τους στίχους της ωδής του Χέντερλιν: «Σε αγαπούσα συνέχεια και τώρα θα ‘θελα/ να σε αποκαλώ μητέρα, να σου προσφέρω ένα άτεχνο τραγούδι,/ εσένα την πιο όμορφη πόλη της πατρίδας/ απ’ όσο ξέρω… / Και τα νιάτα, το ποτάμι, που ρέει μέχρι τους κάμπους/ θλιμμένα και χαρούμενα, σαν την καρδιά, αν και τόσο όμορφο, θα χαθεί αγαπώντας, πέφτοντας στη ροή του χρόνου…».