ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το «φαινόμενο» της πολυκατοικίας

Από την αντιπαροχή του ’60, στις μεταβολές του ’80 και στην εξάπλωση του Airbnb την τελευταία δεκαετία

Το «φαινόμενο» της πολυκατοικίας

Η αθηναϊκή πολυκατοικία παραμένει το ενεργό κύτταρο της πόλης, εκεί όπου παίρνουν μορφή όλες οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Η δεκαετία της κρίσης, ακολουθούμενη από την ανάδειξη της Αθήνας ως τουριστικού προορισμού, την εξάπλωση του Airbnb και της golden visa και συνεπακόλουθα την είσοδο του εγχώριου και ξένου επενδυτικού κεφαλαίου άλλαξε και πάλι την εικόνα, με την καραντίνα να αδρανοποιεί αλλά όχι να σταματά τις εξελίξεις, που είναι άκρως ενδιαφέρουσες.

Ο Θωμάς Μαλούτας, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, είναι από τους επιστήμονες που έχουν μελετήσει εκτενώς το «φαινόμενο» της αθηναϊκής πολυκατοικίας. «Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα είναι ο τρόπος που βλέπουμε την ιστορία της αντιπαροχής. Παλιά υπήρχε μια έντονη αντίληψη ότι η αντιπαροχή ήταν ένα αρνητικό πράγμα για την πόλη, κατέστρεφε τον πλούτο της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, πύκνωσε και υποβάθμισε τις γειτονιές. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι απόλυτα λανθασμένη. Oμως πλέον έχουμε κατανοήσει ότι αυτό το οικιστικό απόθεμα κατάφερε να στεγάσει ευρύτατα κοινωνικά στρώματα σε μια χώρα όπου δεν υπήρχε στεγαστική πολιτική. Περαιτέρω –κάτι που αναγνωρίστηκε πολύ αργότερα– με τον τρόπο που συγκροτήθηκε η κατοικία στο κέντρο της Αθήνας δεν δημιουργήθηκαν κοινωνικά γκέτο, δηλαδή περιοχές με πληθυσμό αποκλειστικά από τα πολύ χαμηλά οικονομικά στρώματα εγκλωβισμένο σε έναν κύκλο απομόνωσης. Η πολυκατοικία, αυτό το περίεργο φαινόμενο, ουσιαστικά δημιούργησε έναν κοινωνικά συνεκτικό χώρο».

Από τη δεκαετία του ’80, τα χαρακτηριστικά της αθηναϊκής πολυκατοικίας μεταβάλλονται. «Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 αλλάζει ο οικοδομικός κανονισμός και πλέον απαγορεύεται στις νέες πολυκατοικίες να τοποθετείται κατοικία στα ημιυπόγεια, συχνά και στα ισόγεια. Κι αυτό αλλάζει τον κάθετο διαχωρισμό που υπήρχε, ότι οι πιο ευκατάστατοι μένουν στους υψηλότερους ορόφους και οι φτωχότεροι στους χαμηλότερους. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η πολυκατοικία είναι αρκετά πιο ομοιόμορφη κοινωνικά – οι ανώτεροι όροφοι παραμένουν ακριβότεροι αλλά δεν απευθύνονται σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα από ό,τι το υπόλοιπο κτίριο. Η κοινωνική διαφορά του ορόφου γίνεται πολύ μικρότερη. Επίσης, στις παλαιές πολυκατοικίες υπήρχε πολύ σαφής διαχωρισμός του μεγέθους των διαμερισμάτων ανάλογα με τον όροφο, ένα χαρακτηριστικό που μειώνεται σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες», λέει ο κ. Μαλούτας.

Στέγασε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα σε μια χώρα όπου δεν υπήρχε στεγαστική πολιτική, χωρίς να δημιουργηθούν κοινωνικά γκέτο.

Την τελευταία δεκαετία, η αντιπαροχή αρχίζει πλέον να εξαφανίζεται. «Κατ’ αρχήν, εξέλειψαν τα κίνητρα, φορολογικά και πολεοδομικά που την πριμοδοτούσαν. Επίσης, η Αθήνα δεν είναι πλέον η Αθήνα του ’60, που αυξανόταν πληθυσμιακά κάθε ημέρα με αποτέλεσμα να υπάρχει μια φοβερά έντονη ζήτηση, ενώ δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμα οικόπεδα, γιατί η πόλη έχει σε μεγάλο βαθμό χτιστεί. Την εποχή της οικονομικής κρίσης, η αγορά κατοικίας έμεινε στάσιμη, εξέλιξη που οφειλόταν αφενός σε αυτό που συνέβη σε εμάς και αφετέρου στο ότι η Αθήνα δεν παρουσίαζε κάποιο επενδυτικό ενδιαφέρον για τους ξένους. Το ενδιαφέρον άρχισε όταν ξεκίνησε δειλά η χώρα να βγαίνει από την κρίση, εξέλιξη που συνέπεσε με την άνοδο του τουριστικού ρεύματος. Δημιουργήθηκε μια νέα ζήτηση που σχετίζεται με την κατοικία άμεσα: χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι πριν από την πανδημία, τρεις στις τέσσερις αγορές αφορούν ξένο αγοραστή και όχι ημεδαπό».

Αλλαγή ταυτότητας

Οι εξελίξεις αυτές άλλαξαν και την κοινωνική ταυτότητα της πολυκατοικίας, αλλά όχι δραματικά. «Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ένα κομμάτι του πληθυσμού μετακινήθηκε στα προάστια. Τα διαμερίσματα έμειναν στα αζήτητα και σταδιακά πολλά από αυτά απέκτησαν νέους κατοίκους, τους μετανάστες. Αυτό έμεινε λίγο ή πολύ σταθερό μέχρι που το Airbnb άλλαξε την εξίσωση. Οι άνθρωποι που βρήκαν στέγη στα υποβαθμισμένα κομμάτια των πολυκατοικιών, για πρώτη φορά δέχθηκαν πίεση να φύγουν. Μέχρι το Airbnb η πολυκατοικία ήταν κυματοθραύστης έναντι του εξευγενισμού (gentrification) γιατί ο επενδυτής δεν θα πήγαινε ποτέ να αγοράσει τα διαμερίσματα αυτά. Το Airbnb έδωσε λοιπόν και πάλι ελπίδα προσόδου στους ιδιοκτήτες αυτών των διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα τη μετακίνηση των ευάλωτων κατοίκων τους – όχι βέβαια σε βαθμό που να δημιουργήσει κύματα αστέγων. Παράλληλα, οδήγησε σε μια αύξηση ενοικίων, που ιδίως κατά το 2016-17 έφθασε και το 30%. Αυτή την εξέλιξη ήρθε η πανδημία να την ανακόψει, αλλά όχι να τη σταματήσει, δηλαδή δεν επέστρεψε μεγάλος αριθμός διαμερισμάτων στη μακροχρόνια μίσθωση», εξηγεί ο κ. Μαλούτας.

«Οσο για την είσοδο των ξένων στην ιδιοκτησία διαμερισμάτων στις πολυκατοικίες του κέντρου, αυτό θα φανεί τα επόμενα χρόνια πώς θα επηρεάσει την ανθρωπογεωγραφία της πόλης. Από τη μια πλευρά ο νέος ιδιοκτήτης δεν ενδιαφέρεται για το κοινωνικό background του ενοικιαστή, όπως –ενίοτε ρατσιστικά– έκανε ο Ελληνας ιδιοκτήτης. Από την άλλη πλευρά, η κατοικία έγινε στα χρόνια μας εμπόρευμα, άλλαξε ο τύπος της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα. Μένει να δούμε πώς αυτό θα αλλάξει την ανθρωπογεωγραφία της πολυκατοικίας και τη ζωή στις γειτονιές της Αθήνας».