ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η μνήμη των προσφύγων, έναν αιώνα μετά

Η επέτειος των 100 χρόνων αναθερμαίνει το βλέμμα σε μια κληρονομιά που χάνεται

Η μνήμη των προσφύγων, έναν αιώνα μετά

Συμβαίνει τις μέρες αυτές να διαβάζω μια νέα έκδοση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Περιλαμβάνει άρθρα του Ηλία Βενέζη, καθώς και την αλληλογραφία του με τη Μέλπω Μερλιέ, σε επιμέλεια Χαράλαμπου Λ. Καράογλου. Γράφει στον πρόλογο ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης πως ο Βενέζης «υπήρξε ο εμβληματικός λογοτεχνικός διερμηνευτής του δράματος του Μικρασιατικού ελληνισμού στην ελληνική πνευματική ζωή». Και είναι αλήθεια πως χωρίς το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, και το εμπνευσμένο έργο της Μέλπως και του Οκτάβιου Μερλιέ, ένα μεγάλο κομμάτι της μικρασιατικής μνήμης θα είχε εξαερωθεί. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς ανά την Ελλάδα, αλλά πολύ περισσότερο, ίσως, στην Αθήνα και στον Πειραιά εντοπίζει κανείς μικρές ενότητες αλλά κατά κανόνα θραύσματα του οικιστικού ίχνους της μεγάλης προσφυγικής περιπέτειας που σημάδεψε τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και άλλαξε για πάντα την κατεύθυνση και τη φυσιογνωμία της πρωτεύουσας. Ενας αισθαντικός ανιχνευτής του προσφυγικού ίχνους θα συνέθετε με κόπο το αρχιτεκτονικό μαρτυρολόγιο, καθώς τα περισσότερα προσφυγικά σπίτια έχουν σαρωθεί. Οσα όμως μένουν όρθια, στέκουν συγκινητικά ως στήλες που θυμίζουν την πιο δραματική στροφή του νεότερου ελληνισμού.

Το 2022 θα ακούσουμε πολλά και βαρύγδουπα για την επέτειο των 100 χρόνων από την έναρξη του προσφυγικού δράματος. Και είναι βέβαιο πως έως σήμερα, εκτός από αποσπασματικές κινήσεις καταγραφής και διάσωσης, δεν υπήρξε ποτέ μια συγκροτημένη πολιτική για τη διαχείριση του οικιστικού και αρχιτεκτονικού προσφυγικού αποθέματος. Είναι επίσης, βέβαιο, πως παρά την τεράστια λαογραφική, κοινωνιολογική και συναισθηματική αξία, πολλά από τα πρόχειρα στημένα προσφυγικά καταλύματα του Μεσοπολέμου δεν ήταν δυνατόν (ούτε ήταν επιθυμητό) να διασωθούν, καθώς πολλά από αυτά ήταν αυτοσχέδια παραπήγματα. Ευτυχώς υπήρξαν κάποιες καταγραφές, ως μνήμες ή φωτογραφίες. Παραδόξως ή όχι, σήμερα διασώζονται ως χαλάσματα, περισσότερο, ακόμη και κάποια από τα πιο ευτελή ως προς τα υλικά οικοδόμησης προσφυγικά σπίτια, τα οποία αξίζει να καταγραφούν και να ενταχθούν σε ένα αποθετήριο μνήμης.

Διάσπαρτες οι προσφυγικές κατοικίες στους δήμους της Αθήνας και του Πειραιά, αρθρώνουν έναν χαμηλόφωνο ψίθυρο.

Αλλά η συγκίνηση μπροστά σε ένα σπίτι προσφύγων, ιδίως του Μεσοπολέμου, θέτει μια σειρά από ζητήματα. Αυτά άπτονται του τρόπου διαχείρισης της συλλογικής μνήμης τόσο σε επίπεδο κεντρικής ή τοπικής διοίκησης όσο και σε επίπεδο συλλόγων και ιδιωτών. Τα χάσματα, η ανακολουθία και η έλλειψη ουσιαστικού ενδιαφέροντος (ή ακόμη και η αδυναμία κατανόησης της υπεραξίας) οδήγησαν σε καταστροφή ακόμη και των περισσότερο αστικών αρχιτεκτονικών συνόλων του προσφυγικού ελληνισμού στις συνοικίες της πρωτεύουσας. Διερράγησαν αυθεντικά μέτωπα προσόψεων στην Καισαριανή ή στον Βύρωνα, σε περιοχές που βρίσκονται εγγύτατα του κέντρου της πόλης, και που εδώ και πολλά χρόνια προσελκύουν αστικά στρώματα.

Η μνήμη των προσφύγων, έναν αιώνα μετά-1
Αυλή σε εγκαταλελειμμένο προσφυγικό σπίτι στον Βύρωνα. (ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)