ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Κυψέλη περνάει την τρίτη νιότη της

Οι μεταμορφώσεις μιας εμβληματικής γειτονιάς μέσα στις δεκαετίες – Ο πληθυσμός της περιοχής και η κουλτούρα του

Η Κυψέλη περνάει την τρίτη νιότη της

Το πάρκο του Πεδίου του Aρεως στα νότια, τα Τουρκοβούνια στα ανατολικά, το Γαλάτσι και ο λόφος της Αλεπότρυπας στα βόρεια και η οδός Πατησίων στα δυτικά. Αυτά είναι τα όρια της Κυψέλης, που όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας, το 1834, ήταν ακόμα ένας εξοχικός τόπος με ευχάριστο κλίμα, ρέματα και βλάστηση. Εναν αιώνα μετά, μέσα στα όρια αυτά είχαν απλωθεί αρκετά εξαιρετικά κτίρια σε νεοκλασικό και εκλεκτικιστικό στυλ, αλλά ήταν όταν ένα από τα ποτάμια της, το ρέμα Λεβίδη, εγκιβωτίστηκε κάτω από την πόλη και μετατράπηκε σε δρόμο με την ονομασία «Φωκίωνος Νέγρη», που η περιοχή άρχισε να γίνεται αστική. Εκεί, εύπορες οικογένειες άρχισαν να επενδύουν και να κατοικούν σε πολυκατοικίες του «μοντέρνου» κινήματος προορισμένες για μια αστραφτερή αστική ζωή. Μεταπολεμικά, η Κυψέλη δέχτηκε μαζικά τη γεμάτη όνειρα για νέα ζωή στη «μεγάλη πόλη» μετανάστευση από την επαρχία και ταυτόχρονα την οικιστική έκρηξη της ανοικοδόμησης. Η Κυψέλη είχε πια γιγαντωθεί.

Αυτό το αστικό γιγάντωμα, όσοι από εμάς μεγαλώσαμε εκεί τις δεκαετίες του ’70 και ’80, το ζήσαμε καθημερινά στους δρόμους της, όπου ακούγαμε να αναπαράγεται η γνωστή φράση-κλισέ: «Η Κυψέλη είναι η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή στον πλανήτη μετά το Χονγκ Κονγκ». Πράγματι, η κλειστοφοβική μας γειτονιά είχε κάτι δυστοπικό, όπως βέβαια και άλλες συνοικίες τής βιαστικά και άτσαλα θεμελιωμένης πρωτεύουσάς μας.

Υπήρχαν όμως παράθυρα ανάσας. Η «Φώκα» (όπως λέγαμε τη Φωκίωνος Νέγρη), αυτό το αρχαίο, τσιμεντωμένο ρέμα, ήταν ένα ασταμάτητο ποτάμι από γέλια, παιχνίδια, φλερτ και συζητήσεις. Από την πλατεία Κυψέλης ώς την Πατησίων, αυτά τα περίπου 750 μέτρα, ήταν ένα σεργιάνι σε ένα ανθρώπινο λούνα παρκ γεμάτο χρώματα και ολοζώντανο καλλιτεχνικό παλμό. Οι κινηματογράφοι, τα θέατρα και οι χώροι πολιτισμού στην περιοχή ήταν παντού – και στους χώρους αυτούς μπορούμε να συμπεριλάβουμε και μερικά θρυλικά καταστήματα εστίασης.

Μια άλλη μεγάλη ανάσα της γειτονιάς ήταν και το «πάρκο» (όπως λέγαμε το Πεδίον του Αρεως). Το σχολείο μας, το 60ό Γυμνάσιο – Λύκειο, ένα από τα πανίσχυρα αρχιτεκτονικά σύμβολα της γειτονιάς, στεκόταν στη μέση της κατηφορικής πορείας της οδού Κυψέλης προς το πάρκο, κάτι που της έδινε διαφυγή προς το πράσινο και το σημείο όπου έδυε ο ήλιος, που όταν χαμήλωνε, τρύπωνε στα στενά και τα φώτιζε για λίγα λεπτά με ένα πορτοκαλί φως. Εκεί, στο όριο της Κυψέλης, στεκόταν ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, όπου μπορούσες να γραφτείς και να μάθεις τένις (το μόνο άλλο σημείο στο κέντρο της πόλης όπου μπορούσες –αν τα κατάφερνες– να κάνεις κάτι τέτοιο ήταν ο πιο εσωστρεφής Ομιλος Αντισφαίρισης Αθηνών, απέναντι από το Ζάππειο), αλλά και πολλά άλλα σπορ πιο «λαϊκά», όπως πυγμαχία ή πάλη ή το ξαφνικά φοβερά δημοφιλές στη δεκαετία εκείνη, μπάσκετ. Ο Πανελλήνιος, δηλαδή, ήταν ένα μέρος όπου έβλεπες τενίστες και πυγμάχους μαζί, και αυτή η συνύπαρξη έδινε το ανθρώπινο στίγμα ολόκληρης της γειτονιάς. Η Κυψέλη, μέσα στα ανυπόφορα τσιμέντα και τα ασφυκτικά της δρομάκια, περιέκλειε πάντα μια πολύχρωμη γιορτή από πολυποίκιλη αστική ζωή.

i-kypseli-pernaei-tin-triti-nioti-tis0
Ματιές στη Φωκίωνος Νέγρη: λόμπι πολυκατοικίας (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ)

Η φυγή των παλιών

Αρχές του ’80, οι παλιοί κάτοικοι άρχισαν να διαφεύγουν μαζικά, πεπεισμένοι από τη νεόφερτη υπόσχεση ενός νέου ευ ζην στα βόρεια προάστια. Ακολούθησε, τη δεκαετία του ’90, το κύμα της μετανάστευσης από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, και έως το 2000, ήρθε κι αυτό από τις χώρες της Αφρικής. Η Κυψέλη ξεχάστηκε από πολλούς από τους παλιούς της κατοίκους, αλλά όλα αυτά τα διαφορετικά νέα χρώματα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι από κάθε λογής προέλευση, κάπως τα βρήκαν και έζησαν μαζί.

Σήμερα, βλέπουμε την Κυψέλη να ξανανεβαίνει. Ιστορικά, μπορούμε να πούμε πως περνάει (μετά τις δεκαετίες του ’30 και ’60) μια τρίτη νιότη. Πώς αποδομείται αυτό, πώς συνέβη – και πού, άραγε, θα πάει; Ο γράφων δεν μπορεί να εξηγήσει υπεύθυνα, εφόσον ήταν από αυτούς τους πολλούς που μεγάλωσαν εκεί αλλά την άφησαν πριν από χρόνια. Μιλώντας, όμως, με τέσσερις παλιούς «Κυψελιώτες», σχηματίζονται κάποιες απαντήσεις.

Ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης, γέννημα θρέμμα της γειτονιάς, κυκλοφόρησε ένα μήνα πριν το νέο του βιβλίο με τίτλο «Ο Τζίμης στην Κυψέλη», όπου πρωταγωνιστεί ένας θιασάρχης στη Φωκίωνος Νέγρη τού σήμερα. Τον ρωτώ αν αυτό αντηχεί την πρόσφατη λαοφιλία της περιοχής. «Η ιστορία θα μπορούσε να εξελίσσεται και σε άλλες αθηναϊκές γειτονιές, αλλά διαδραματίζεται στην Κυψέλη γιατί απλά έτυχε να την ξέρω καλύτερα – ζω εκεί αδιάλειπτα όλη μου τη ζωή. Αλλά, ξέρεις, ο Τζίμης τρέχει ένα θέατρο που ανεβάζει μπαλαφάρες, φαρσοκωμωδίες στο όριο του βαριετέ. Η πραγματική Κυψέλη είχε ποιοτικά θέατρα», συνεχίζει.

Για τα θέατρα αυτά, αλλά και την καλλιτεχνική αύρα της περιοχής, μιλάει και ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρίτος, άλλος ένας παλιός Κυψελιώτης. «Η Κυψέλη ήταν πάντα μια καλλιτεχνική γειτονιά γιατί είχε τα θέατρα, όπως αυτά του Λευτέρη Βογιατζή ή της Μπέτυς Αρβανίτη. Ηταν και η γειτονιά του Μίλτου Σαχτούρη, που τον πετυχαίναμε συνέχεια στη Φωκίωνος. Αλλά ήταν και τα σινεμά, και δεν εννοώ μόνο τα σινεφίλ σινεμά όπως το “Στούντιο”. Εννοώ όλα αυτά τα αμέτρητα εμπορικά σινεμά, χειμερινά και θερινά. Χώροι πολιτισμού ήταν όμως και μέρη όπως το ζαχαροπλαστείο “Σελέκτ”. Πήγαινα εκεί Κυριακές, τέλη δεκαετίας ’70, με τον πατέρα μου, και θυμάμαι να νιώθω πως κάνω κάτι τρομερό, μόνο και μόνο επειδή είμαι εκεί. Υπήρχε μια απίστευτη αύρα στο σημείο εκείνο».

Το θρυλικό «Σελέκτ» πρωταγωνιστεί και στις πρώτες μνήμες του Χρήστου Χωμενίδη: «Θυμάμαι διάφορες θείες μου να κάθονται εκεί και να τρώνε πάστες. Ο κόσμος της περιοχής τότε ήταν αστικός, αλλά αυτό άρχισε να αλλάζει στις αρχές του ’80. Θυμάμαι να περιμένω το σχολικό για το Κολλέγιο Αθηνών και το τσούρμο που περίμενε μαζί μου να αραιώνει συνέχεια, αφού οι οικογένειες μεταφέρονταν σιγά σιγά προς τα βόρεια προάστια. Η Κυψέλη είχε αρχίσει να πέφτει, κάτι που νομοτελειακά σήμαινε πως θα ξανανέβαινε». Και τώρα που ανέβηκε, τι θα απογίνει; τον ρωτώ. «Εχει δομικά προβλήματα που δεν της επιτρέπουν να ανέβει και πολύ», απαντά. «Εχει στενούς δρόμους και πεζοδρόμια, είναι συχνά τρομακτικό το περπάτημα εκεί. Επειτα, επειδή οι περισσότερες πολυκατοικίες είναι παλιές, δεν έχουν αυτόνομη θέρμανση ή πάρκινγκ (το οποίο δεν υπάρχει γενικότερα στην περιοχή). Εκτός λοιπόν κι αν την γκρεμίσουμε και την ξαναχτίσουμε, αυτό που νομίζω πως μπορεί να γίνει, είναι μια καλλιτεχνική γειτονιά των νέων».

Σκεπτόμενος τους νέους, έρχεται στον νου ένα κομμάτι της τοπικής νεολαίας στη δεκαετία του ’80. Τότε, η Κυψέλη έμοιαζε εξίσου δεκτική με τις εναλλακτικές και νεανικές υποκουλτούρες όσο παραδοσιακά και ιστορικά ήταν πάντοτε άλλες γειτονιές, όπως τα Εξάρχεια. Ο Γιώργος Φερτάκης ήταν ιδιοκτήτης του τοπικού δισκοπωλείου Sonic Boom Records, που λειτούργησε επί σχεδόν 20 χρόνια, πρώτα στην οδό Κυψέλης και μετά στην οδό Σύρου, από το 1995 έως το 2013. Σε ένα μπλογκ που διατηρούσε μέχρι πρότινος, γράφει για την ημέρα που οι Ramones είχαν έρθει για πρώτη φορά στην Αθήνα, τέλη Μαΐου του 1989, και βρέθηκαν να τρώνε… μπριζόλες σε ταβέρνα της Φωκίωνος: «…Χτυπάει το τηλέφωνο μεσημεριάτικα και είναι ο Σταύρος – “έλα ρε, είμαι στη Φωκίωνος και είναι οι Ramones σε μια ταβέρνα και τρώνε, έχεις φωτογραφική μηχανή;”, “Τι λες μωρέ μ****α, σίγουρος είσαι; Κάτσε, περνάω από το μαγαζί να πάρω φιλμ κι έρχομαι”, του λέω. Και είναι όντως εκεί, στη “Θράκα”, πάνω από ένα σκασμό πιατέλες και κάτι μπίρες (…)».

i-kypseli-pernaei-tin-triti-nioti-tis2
Αστικά διαμερίσματα του κινήματος του μοντερνισμού (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ)

Μιλώντας σήμερα μαζί του, προσφέρει ένα ψυχογράφημα της γειτονιάς μέσα από τη σχέση της με τη μουσική: «Μέσα στα χρόνια, λόγω της δουλειάς μου, μπήκα σε αναρίθμητα κυψελιώτικα διαμερίσματα για να αγοράσω παλιούς δίσκους από προσωπικές και οικογενειακές δισκοθήκες. Σχεδόν πάντοτε έπεφτα πάνω σε μια αξιοπρεπή, συχνά πλούσια, συλλογή. Κι αυτό, πιστεύω, είναι δείγμα του πληθυσμού της περιοχής και της κουλτούρας του. Η σχέση της Κυψέλης με τη μουσική φαίνεται και από το πόσα δισκάδικα είχε κάποτε – τα εκτιμώ σίγουρα γύρω στα τριάντα».

Αραγε να ήταν αυτή η συνεχής παρουσία του πολιτισμού, των τεχνών, της κουλτούρας, που έκανε την Κυψέλη ανεκτική στη διαφορετικότητα, τόσο ικανή να γίνεται χωνευτήρι που αφομοιώνει τόσες διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων; Ο Λευτέρης Χαρίτος λέει: «H Κυψέλη είχε πάντα μια ελευθερία. Μπορούσες να βγεις έξω με το βρακί σου ανάποδα και να μη σχολιάσει κανείς. Δεν συνδέθηκε ποτέ με κουτσομπολιά, ακόμα και αν υπήρξαν μέσα στις δεκαετίες χιλιάδες αφορμές για κάτι τέτοιο». Στο ίδιο πνεύμα μιλάει και ο Χρήστος Χωμενίδης: «Στην Κυψέλη έβγαινα με τις πιτζάμες μου να πάω στη γωνία για τσιγάρα, και δεν γύριζε κεφάλι». Πώς το εξηγεί αυτό; – τον ρωτώ. «Μάλλον επειδή οι κάτοικοι της περιοχής υπήρξαν αρκετά αστοί ώστε να μην έχουν προκαταλήψεις», απαντά. Και αν έβγαινε κανείς με τις πιτζάμες του στο Κολωνάκι, δεν θα τον κοιτούσαν; Αλλωστε, και εκεί δεν είναι αστική η περιοχή; – ρωτώ ξανά, και απαντά απολαυστικά: «Η διαφορά της Κυψέλης με το Κολωνάκι είναι πως στη μεν θα αδιαφορήσουν, ενώ στο δε θα νομίζουν πως θες να τους πεις κάτι».

i-kypseli-pernaei-tin-triti-nioti-tis4
Το σιντριβάνι με την «Κόρη σε έκσταση», προπολεμικό άγαλμα του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ)

Αίτηση για… νέα ταυτότητα

Ο τελευταίος παλιός Κυψελιώτης με τον οποίο μίλησα ήταν ο Μιχάλης Παπαδάκης, ένας από αυτούς που δεν άφησε την περιοχή στις χαμηλές της στιγμές, στις δεκαετίες ’80 και ’90, και που, ασχολούμενος τα τελευταία χρόνια επαγγελματικά με την αγορά ακινήτων, μιλάει για την Κυψέλη με έναν συνδυασμό γνώσης και στοργής. Τα λόγια του ακούγονται λες και η συνοικία του είναι ένα ζωντανό ον, με το οποίο αυτός έχει εδώ και χρόνια μια απευθείας, κοντινή επικοινωνία:

«Η Κυψέλη είναι μια περιοχή που πάντα μένει “ζωντανή”. Ποτέ δεν είναι στάσιμη. Ως κάτοικός της, για να μένεις ενεργός, πρέπει να είσαι οικείος με την αλλαγή και τη μετάβαση. Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για την εξέλιξή της: στέκι καλλιτεχνών το ’60, περιοχή μεσοαστών λίγο αργότερα, πέρασε μέρες και νύχτες – καταφύγιο για τους λάτρεις της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής (με μπαρ και δισκάδικα), ξαναέγινε τάση μόδας με τις μεγάλες καφετέριες, έζησε την εποχή της αστυφιλίας, παρήκμασε, και τώρα έχει κάνει αίτηση για τη νέα της ταυτότητα. Δεν γνωρίζω αν έχει εκδοθεί. Γνωρίζω όμως ότι αλλάζει. Μπαίνουν καινούργια κομμάτια στο παζλ. Το κατάλαβα πριν από μερικά χρόνια όταν κατέφθασαν οι πρώτοι άστεγοι – εσωτερικοί μετανάστες της πόλης. Νέοι άνθρωποι (νομικοί, δημοσιογράφοι, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες) που κατοικούσαν για χρόνια σε άλλες περιοχές (Κουκάκι, Ιλίσια, Νεάπολη, Εξάρχεια), που οι ιδιοκτήτες – εκμισθωτές αποφάσισαν να μετατρέψουν σε απέραντα ξενοδοχεία. Οι περισσότεροι είχαν παλαιότερα μείνει ένα διάστημα στο εξωτερικό και ήταν γνώριμοι με τη διαπολιτισμικότητα, πρόθυμοι να δουν και να ζήσουν νέες καταστάσεις. Τα πρώτα κεφάλαια έχουν γραφτεί. Περιμένουμε με ανυπομονησία τα επόμενα».