ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Αγγελική Παπούλια: «Δεν με ενδιαφέρει η περσόνα»

Η Αγγελική Παπούλια μιλάει για τον ρόλο της στην «Πράσινη θάλασσα» της Αγγελικής Αντωνίου

Αγγελική Παπούλια: «Δεν με ενδιαφέρει η περσόνα»

Η Αγγελική Παπούλια είναι αναμφισβήτητα μία από τις δυο-τρεις σπουδαιότερες εγχώριες κινηματογραφικές ηθοποιούς της γενιάς της. Για κάποιους είναι ίσως και η κορυφαία, κυρίως λόγω της ικανότητάς της να εισάγει ένα δικό της μοναδικό ερμηνευτικό στυλ ακόμα και στους πιο διαφορετικούς χαρακτήρες, είτε αυτοί έχουν ξεπηδήσει από τη δημιουργική φαντασία του Γιώργου Λάνθιμου, είτε ενσωματώνουν τα δυναμικά χαρακτηριστικά π.χ. του Σύλλα Τζουμέρκα («Το θαύμα της Θάλασσας των Σαργασών»).

Πρόκληση

Αυτή την εβδομάδα θα τη δούμε να ανταποκρίνεται σε άλλη μια πρόκληση, πρωταγωνιστώντας στην «Πράσινη θάλασσα», τη νέα ταινία της Αγγελικής Αντωνίου, η οποία κυκλοφορεί την ερχόμενη Πέμπτη στις αίθουσες. «Κάθε ερμηνεία έρχεται μέσα από την επικοινωνία με τον/τη δημιουργό της. Προσπάθειά μου είναι πάντα να μπω και να κατανοήσω τον κόσμο που θέλει να φτιάξει και τελικά να αφομοιωθώ και να υπάρξω εκεί. Από εκεί και έπειτα εγώ προσθέτω τη δική μου οπτική-εκδοχή, ούτως ή άλλως στους ρόλους μόνο για εκδοχές μπορούμε να μιλάμε. Δεν με ενδιαφέρει πάντως να περιφέρω μια περσόνα από τη μια ταινία στην άλλη», μου λέει η Ελληνίδα ηθοποιός με την οποία συναντηθήκαμε ένα ψυχρό πρωινό στου Φιλοπάππου.

Στην ταινία υποδύεται την Αννα, μια νέα γυναίκα η οποία έχει χάσει τη μνήμη της και θυμάται μόνο πως να μαγειρεύει.

Στην «Πράσινη θάλασσα» υποδύεται την Αννα, μια νέα γυναίκα η οποία έχει χάσει τη μνήμη της και θυμάται μόνο πώς να μαγειρεύει. Κάπως έτσι πιάνει δουλειά σε μια παρηκμασμένη ταβέρνα και ταυτόχρονα φιλίες με τον παράξενο ιδιοκτήτη (Γιάννης Τσορτέκης) και τους σταθερούς μεροκαματιάρηδες πελάτες, οι οποίοι λατρεύουν τα φαγητά της. «Νομίζω πως ακριβώς επειδή έχει χάσει τη μνήμη και την ταυτότητά της, αντανακλαστικά της βγαίνει μια επιδεξιότητα στη μαγειρική. Δεν είναι καν ξεκάθαρο αν μαγείρευε καλά πριν συμβεί αυτό. Από την άλλη, μέσα από αυτή τη διαδικασία και τα πιάτα της αρχίζουν να ξυπνούν οι αναμνήσεις των υπολοίπων γύρω της, οπότε και εκείνη νιώθει ότι μπορεί να θυμηθεί».

Οταν τη ρωτάω αν η ίδια μαγειρεύει, απαντά μονολεκτικά «λίγο…», ωστόσο έχει πολύ περισσότερα να πει σε σχέση με το κομμάτι της μνήμης –και της απώλειάς της–, το οποίο κατέχει κεντρικό ρόλο στην ταινία: «Η μνήμη συσσωρεύει εμπειρίες, πληροφορίες, βιώματα, πόνο. Ισως αν απαλλαγείς από όλα αυτά να είναι και απελευθερωτικό. Επιστρέφεις σε κάτι που δεν ήξερες. Στις πρόβες μιλήσαμε με γιατρό, ο οποίος μας έδειξε βίντεο με ανθρώπους που έχουν χάσει τη μνήμη τους λόγω ηλικίας. Θυμάμαι συγκεκριμένα μια γυναίκα, τον τρόπο που απαντούσε, που κινούνταν, τα μάτια της. Υπήρχε κάτι απόλυτα παιδικό σε όλα αυτά και ταυτόχρονα συγκινητικό».

Ενα άλλο στοιχείο του φιλμ, όπως και αρκετών άλλων πρόσφατων από Ελληνες κινηματογραφιστές, είναι η τοποθέτησή τους σε ένα οπτικά παρηκμασμένο περιβάλλον, με χαρακτήρες που μοιάζουν βαλτωμένοι. «Για την Αγγελική (σ.σ. Αντωνίου) σημασία είχε να ασχοληθεί με ανθρώπους που δεν είναι στο επίκεντρο των εξελίξεων ή των αποφάσεων· βλέπουν τη ζωή να περνά δίπλα τους και δεν ξέρουν και οι ίδιοι πώς να ανταποκριθούν. Υπάρχει γενικώς μια περίεργη αίσθηση ακινησίας. Η ταινία γυρίστηκε στην Ελευσίνα, αλλά θα μπορούσε να τοποθετείται σε κάποιο ανάλογο επαρχιακό μέρος ή στα προάστια μιας μεγάλης πόλης».

Εκτός των υπολοίπων, βέβαια, η συγκεκριμένη είναι και μια γυναικεία ιστορία, σαν αυτές που έχουν την τιμητική τους τα τελευταία χρόνια σε όλο το φάσμα του παγκόσμιου σινεμά. «Βλέπω όντως να υπάρχει μεγαλύτερο άνοιγμα και ελευθερία αναφορικά με τις ιστορίες γυναικών στο σινεμά. Πλέον γράφονται πολυεπίπεδοι χαρακτήρες, όχι μονοσήμαντοι, με ποικίλες διακυμάνσεις και ποιότητες. Νομίζω ότι αυτή η προσπάθεια να φύγουμε από τα κλισέ και τα ταμπού όσον αφορά τους γυναικείους χαρακτήρες υπάρχει και στην Ελλάδα τα πιο πρόσφατα χρόνια».