ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ντετέκτιβ τόσο διαφορετικοί, τόσο ίδιοι

Ο Σάλβο Μονταλμπάνο και ο Κουρτ Βαλάντερ, δύο μυθιστορηματικοί ήρωες με πολλά κοινά, αθέατα με την πρώτη ματιά

Ντετέκτιβ τόσο διαφορετικοί, τόσο ίδιοι

To μικρό παραθαλάσσιο χωριό βρίσκεται στη νότια ακτή της Σικελίας. Τα σπίτια του κατεβαίνουν μέχρι την άμμο, όπου παρατηρούμε ένα μεσαιωνικό πέτρινο πύργο, ένα ψηλόλιγνο λευκό φάρο και ένα λιμανάκι με ψαρόβαρκες. Το χωριό λέγεται Πούντα Σέκα, έχει περίπου διακόσιους κατοίκους και μοιάζει, όπως άλλωστε και όλη η Σικελία, πολύ γνώριμα «ελληνικό»: τα σπίτια είναι ταπεινά και πολύχρωμα, ο ήλιος το καλοκαίρι το χτυπάει ανελέητα, η θάλασσα είναι η πρωταγωνίστρια του τοπίου.

Σ’ ένα από αυτά τα παραθαλάσσια σπίτια ζει ένας διάσημος ντετέκτιβ, ο Σάλβο Μονταλμπάνο. Το πρωινό ξύπνημα τον βρίσκει να ρουφάει ένα φλιτζάνι εσπρέσο σε μια βεράντα που κρέμεται πάνω από το νερό, στο οποίο βουτάει για να ξεκινήσει (αλλά, συχνά, και για να κλείσει) καλά η μέρα του. Οταν δεν είναι σε υπηρεσία (αλλά και όταν είναι) χαίρεται το καλό φαγητό και όταν διερευνά τις υποθέσεις του, οδηγεί ένα παλιό Fiat Tipo.

Ο Σάλβο Μονταλμπάνο δεν είναι αληθινός. Δημιούργημα της φαντασίας ενός Σικελού συγγραφέα, του Αντρέα Καμιλέρι, έλυσε αστυνομικές υποθέσεις στα μυθιστορήματά του από το 1994 έως και το 2020. Ο Καμιλέρι έφυγε από τη ζωή το 2019, 93 ετών, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά από 28 ιστορίες του επιθεωρητή Μονταλμπάνο, που το όνομά του κλείνει το μάτι στους λάτρεις της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας, εφόσον είναι εμπνευσμένο από τον Βαρκελωνέζο συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, δημιουργό ενός άλλου διάσημου ντετέκτιβ που αγαπά το καλό φαγητό, του Πέπε Καρβάγιο.

Τα βιβλία του Καμιλέρι έκαναν αδιανόητη εμπορική επιτυχία, πουλώντας στην Ιταλία περίπου 25 εκατομμύρια κομμάτια και συνολικά 65 εκατομμύρια παγκοσμίως και έχοντας μεταφραστεί σε 32 γλώσσες. Ο ήλιος, το φαγητό, η θάλασσα, η διάλεκτος και οι κοινωνικές ιδιαιτερότητες της Σικελίας γοήτευσαν όλο τον πλανήτη και δεν έμειναν στο χαρτί. Η RAI τις έκανε τηλεοπτικές ταινίες (στις οποίες ο Λούκα Τζινγκαρέτι ενσάρκωσε επί είκοσι χρόνια τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο) που με τη σειρά τους, είχαν τόση παγκόσμια απήχηση, που μετέτρεψαν τη φιλήσυχη Πούντα Σέκα (που ο Καμιλέρι μετονόμασε σε «Βιγκάτα») σε παγκόσμιο τουριστικό προορισμό. Ο σκηνοθέτης της σειράς, Αλμπέρτο Σιρόνι, είχε πει χαρακτηριστικά: «Στην αρχή ήταν εύκολο να βρούμε έρημα σημεία για τα γυρίσματα, όπου δεν σύχναζαν ούτε καν οι Σικελοί. Ηταν τόσο ερημικά, που τα πλάνα μας είχαν κάτι ρεαλιστικό και ταυτόχρονα μη ρεαλιστικό – κάτι ονειρικό. Αλλά μετά, ο Μονταλμπάνο δημιούργησε ένα δικό του κύμα τουρισμού και δεν ήταν πια εύκολο να βρούμε τέτοια μέρη…».

Τραβώντας μια ευθεία προς τα βόρεια, 2.000 χιλιόμετρα μακριά, πετάμε νοητά πάνω απ’ όλη την Ευρώπη και φτάνουμε στη θάλασσα της Βαλτικής, σε μια παλιά πόλη της Σουηδίας. Πρόκειται για το Ιστάντ, «μια παλιά κρυψώνα πειρατών και λαθρεμπόρων», όπως είχε πει ο Σουηδός θεατρικός συγγραφέας Αουγκουστ Στρίντμπεργκ. Το πολυάσχολο αυτό λιμάνι, που συνδέει ακτοπλοϊκά τη Σουηδία με την ηπειρωτική Ευρώπη, έχει περίπου 20.000 κατοίκους. Τα νούμερά του είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά του κοιμισμένου σικελικού χωριού και όμως οι δύο τόποι έχουν κάτι κοινό: είναι και οι δυο τους ακριτικά, ναυτικά σημεία της Ευρώπης, που στέκονται στις νοτιότερες ακτές των χωρών τους, οι οποίες με τη σειρά τους βρίσκονται στα δύο άκρα της ηπείρου: η Σικελία αγγίζει σχεδόν την Αφρική και η Σουηδία τον Βόρειο Πόλο.

Ο Σικελός και ο Σουηδός δεν προκύπτουν μακρινοί συγγενείς μόνο λόγω των ναυτικών τους τόπων. Υπάρχουν και μερικές αξιοσημείωτες ομοιότητες στον ψυχισμό και στον χαρακτήρα τους.

Υπάρχει ωστόσο και κάτι άλλο που τα συνδέει. Στο λιμάνι της Βαλτικής βρίσκεται άλλος ένας διάσημος επιθεωρητής. Είναι ο Κουρτ Βαλάντερ, που αποτελεί και αυτός δημιούργημα ενός άλλου συγγραφέα δημοφιλών αστυνομικών ιστοριών, του Σουηδού Μάνκελ Χένινγκ. Οπως και ο Αντρέα Καμιλέρι, έτσι και αυτός έχει κάνει γιγάντια εκδοτική επιτυχία, έχοντας πουλήσει 40 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Εφυγε από τη ζωή, το 2015, πολύ νεότερος από τον Ιταλό συνάδελφό του, στα 67, από καρκίνο, αφήνοντας πίσω του δώδεκα, θρυλικά πλέον, αστυνομικά μυθιστορήματα που εμπλούτισαν με την πολύτιμη μυθολογία τους το λογοτεχνικό είδος του «σκανδιναβικού νουάρ», συνεχίζοντας το χνάρι που άφησαν τη δεκαετία του ’70 οι γεννήτορες του είδους, η Μαχ Σγιεβάλ και ο Περ Βαλέε.

Δώδεκα ταινίες

Τον Βαλάντερ υποδύθηκε με μεγάλη επιτυχία στη σουηδική τηλεοπτική εκδοχή του ο ηθοποιός Κρίστερ Χένρικσον. Ομως η αγγλική εκδοχή, με πρωταγωνιστή τον Κένεθ Μπράνα, σμίλευσε τον δικό της, αυτάρκη θρύλο. Σε τέσσερις κύκλους που διατρέχουν την περίοδο 2007-2015, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα δώδεκα ταινίες μεγάλου μήκους όπου ο Βρετανός ηθοποιός φέρνει τον σαιξπηρικό του κόσμο στη Σκανδιναβία και το «nordic noir» σύμπαν του Χένινγκ. Οι δώδεκα αυτές τηλεοπτικές ταινίες αποτελούν ένα πάντρεμα σκανδιναβικής και βρετανικής κουλτούρας, που μοιάζει απόλυτα επιτυχημένο και φυσικό.

Ο Σικελός και ο Σουηδός ντετέκτιβ, όμως, δεν προκύπτουν μακρινοί, αλλόκοτοι συγγενείς, μόνο λόγω των ναυτικών τους τόπων και της ακριτικής θαλασσινής τους φύσης. Υπάρχουν και μερικές αξιοσημείωτες ομοιότητες στον ψυχισμό και στον χαρακτήρα τους: είναι και οι δυο τους εμμονικοί και φετιχιστές με μια σειρά από ιεροτελεστίες της καθημερινότητας, αγαπούν τα σκυλιά (που γίνονται, κατά διαστήματα, μέρος της ζωής τους) και, όσο κι αν προσπαθούν να χτίσουν και να διατηρήσουν προσωπική ζωή, αυτή πάντα διακόπτεται από το επόμενο δυσοίωνο τηλεφώνημα, που είναι ζήτημα ωρών να ηχήσει. Η προσέγγιση στην έρευνά τους είναι κάτι που τους φέρνει ακόμη πιο κοντά: δεν είναι το περίστροφο, η χρήση αστυνομικής εξουσίας ή βίας, που τους κάνει να δίνουν λύσεις στα αινίγματα και στις προκλήσεις που τους παρουσιάζονται, αλλά μια ήπια, ανθρώπινη ματιά, μια διπλωματία βασισμένη στη συναισθηματική ευφυΐα και στην προσήνεια που δείχνουν στις επαφές τους με τους ανθρώπους, είτε αυτοί είναι μάρτυρες είτε ένοχοι και εγκληματίες.

Και όμως, τα 2.000 χιλιόμετρα που τους χωρίζουν αφήνουν πάνω τους ένα ανεξίτηλο σημάδι που τους χαρακτηρίζει – και τελικά τους χωρίζει. Οταν ο Βαλάντερ εξερευνεί σκανδιναβικά μυστήρια νοτισμένα με γκρίζους τόνους και ομίχλη, οι υποθέσεις του Μονταλμπάνο λούζονται από το σικελικό φως και μυρίζουν πορτοκάλι. Η ζωογόνος ηλιοφάνεια της Μεσογείου, κάτι που προσφέρεται στον Μονταλμπάνο αφειδώς, λείπει επώδυνα από τις σκανδιναβικές εξερευνήσεις του βόρειου συναδέλφου του. Οι αναζητήσεις του μεν γίνονται δίπλα σε καταγάλανα νερά κάτω από τον ήλιο, ανάμεσα σε ράθυμους, συχνά κωμικούς ανθρώπους, ενώ του δε σε καταθλιπτικά τοπία, σκούρα κύματα και μελαγχολικά βλέμματα.

Ντετέκτιβ τόσο διαφορετικοί, τόσο ίδιοι-1

 

Η κωμική πτυχή του Μονταλμπάνο και η εφιαλτική δίνη του Βαλάντερ

Και ενώ στην τελευταία περιπέτεια του Μονταλμπάνο (το «Ρικαρντίνο», του οποίου η ελληνική έκδοση αναμένεται) ο Καμιλέρι ρίχνει τον «τέταρτο τοίχο» και συνομιλεί κωμικά με τον ήρωά του, στην τελευταία ιστορία του Βαλάντερ ο δημιουργός του τον ρίχνει στην εφιαλτική δίνη της νόσου Αλτσχάιμερ και της αναγκαστικής πρόωρης παραίτησης από το λειτούργημά του. Στη βρετανική τηλεοπτική μεταφορά της τελευταίας αυτής υπόθεσης, με τίτλο «Το φθινόπωρο του Κουρτ Βαλάντερ», ο Μπράνα προσφέρει μερικές σκηνές υποκριτικής και συναισθηματικής βαρύτητας που πιθανόν να είχαμε να δούμε από την εποχή της μνημειώδους σειράς «Six Feet Under». Στο τέλος του επεισοδίου, μας αποχαιρετά απαγγέλλοντας με καθηλωτικό τρόπο λόγια από ένα ποίημα του βραβευμένου με Νομπέλ Σουηδού ποιητή Τόμας Τρανστρέμερ: «H απόγνωση διακόπτει την πορεία της. H αγωνία διακόπτει την πορεία της. Το πρόθυμο φως ξεχύνεται, ακόμα και τα φαντάσματα το γεύονται. Είμαστε όλοι μια ορθάνοιχτη πόρτα, που οδηγεί σ’ ένα δωμάτιο για τον καθένα», λέει, και τα λόγια του στιγμιαία αψηφούν τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη και φθάνουν μέχρι εμάς εδώ στη Μεσόγειο, στο φως της Σικελίας και της Ελλάδας. Θυμίζουν κάποιες κουβέντες του Αντρέα Καμιλέρι στο ντοκιμαντέρ «Ο Μονταλμπάνο κι εγώ», που ειπώθηκαν τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του: «Οταν γεννιέται κάποιος, του δίνεται ένα εισιτήριο, όπου περιλαμβάνονται όλα. Η αρρώστια περιλαμβάνεται, η ευχαρίστηση περιλαμβάνεται, η απογοήτευση περιλαμβάνεται, η όμορφη νιότη περιλαμβάνεται. Η όμορφη ωριμότητα της σκέψης αλλά και η παρακμή. Η τρίτη ηλικία, τα γηρατειά, ο θάνατος. Δεν μπορείς να αρνηθείς να πεθάνεις. Περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου».

Κι όμως, όταν βλέπουμε ότι ο Μονταλμπάνο δεν χρειάζεται πολλά για να ξορκίσει προσωπικούς και επαγγελματικούς δαίμονες (ένα απολαυστικό σιτσιλιάνικο γεύμα με θέα στη Μεσόγειο ή μια βουτιά στα νερά της, αρκεί), σκεφτόμαστε τον συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ, κάποιον που ερχόμενος από την Αγγλία στη Μεσόγειο γνώρισε καλά και το βόρειο σκοτάδι του Βαλάντερ αλλά και το εκτυφλωτικό φως του Μονταλμπάνο.

«Αυτό που δημιουργεί σπουδαία βιβλία έχει να κάνει εξίσου με τον τόπο τους όσο και με τους χαρακτήρες τους και τα γεγονότα».

«Είμαστε παιδιά του τοπίου μας», έλεγε κάπου στο «Αλεξανδρινό κουαρτέτο» του, και σ’ ένα άρθρο του στο New York Times Magazine, το 1960, είχε γράψει: «Αυτό που δημιουργεί σπουδαία βιβλία έχει να κάνει εξίσου με τον τόπο τους όσο και με τους χαρακτήρες τους και τα γεγονότα. Οταν αυτά είναι ριζωμένα καλά στη φύση, συνήθως γίνονται κλασικά. Εναρμονίζονται με την αίσθηση του τόπου. Δεν θα μπορούσες να τα μεταφέρεις αλλού χωρίς να αλλοιώσεις την ατμόσφαιρά τους. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τις συνήθειες των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτά, γιατί απλά αυτοί υπάρχουν μέσα στη φύση, ως εκφράσεις του τόπου τους».

Τις περιπέτειες του επιθεωρητή Μονταλμπάνο μπορεί κανείς να τις δει στο Netflix, ενώ τη βρετανική εκδοχή αυτών του επιθεωρητή Βαλάντερ, στο Ertflix. Τα μυθιστορήματα του Αντρέα Καμιλέρι με ήρωα τον Μονταλμπάνο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, ενώ τα μυθιστορήματα του Μάνκελ Χένινγκ με ήρωα τον Βαλάντερ από τις εκδόσεις Ψυχογιός.