ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μεταξύ Επιστήμης και Δημιουργού

Ο συγγραφέας και κοσμολόγος Πολ Ντέιβις επιχειρεί να προσεγγίσει την προέλευση, την εξέλιξη και τη μοίρα του σύμπαντος

metaxy-epistimis-kai-dimioyrgoy-561595933

«Το “Τι τρώει το σύµπαν;” είναι ένα επιστημονικό αστυνομικό θρίλερ», εξηγεί από την αρχή ο συγγραφέας του βιβλίου, κοσμολόγος Πολ Ντέιβις, προσθέτοντας: «Εξηγεί πώς λύθηκαν πρόσφατα κάποια πανάρχαια κοσμικά αινίγματα, ενώ εκπληκτικές ανακαλύψεις ανατρέπουν τις αντιλήψεις μας για τη φυσική πραγματικότητα. Για να συλλάβουμε την ευρύτερη εικόνα, πρέπει να κάνουμε ένα ταξίδι από την άκρη του ίδιου του χρόνου, περνώντας από τη δική μας εποχή, ως το άπειρο μέλλον. Αυτό είναι το αντικείμενο της κοσμολογίας, της μελέτης της προέλευσης, της εξέλιξης και της μοίρας ολόκληρου του σύμπαντος. Η κοσμολογία συνυφαίνει το μεγάλο με το μικρό, το αχανές του Διαστήματος με τα βαθύτερα μύχια της υποατομικής ύλης – ένα ανθρώπινο εγχείρημα συγκλονιστικής τόλμης, που εντρυφεί σε τομείς μελετών οι οποίοι επί χιλιετίες υπάγονταν αποκλειστικά στη θρησκεία και στη φιλοσοφία. Iσως κάποιοι νιώθουν πως, αποκαλύπτοντας τα μυστικά της φύσης, το λαμπερό φως της επιστήμης οδηγεί στην απομάγευση του αγνώστου. Εγώ όμως πίστευα ανέκαθεν ότι όσο πιο βαθιά πηγαίνουμε, τόσο περισσότερο κάλλος και δέος ανακαλύπτουμε στον φυσικό κόσμο. Η απομαγευμένη φύση είναι η φύση που αποκαλύπτεται με όλη της την ένδοξη χάρη και κομψότητα. Είναι καλό να γνωρίζουμε».

Το βιβλίο κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και η «Κ» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

 

Προδημοσίευση

Είναι αδύνατον να κοιτάξεις τον νυχτερινό ουρανό και να μη σε αφήσουν αποσβολωμένο το μεγαλείο και η ομορφιά του θεάματος – η πλατιά αψίδα του γαλαξία, τα μυριάδες άστρα που φεγγοβολούν, η επίμονη, αταλάντευτη λαμπρότητα των πλανητών. Το αχανές και η πολυπλοκότητα σε κατακλύζουν. Επί χιλιετίες οι πρόγονοί μας έβλεπαν τον ίδιο ουρανό και πάλευαν να βγάλουν νόημα. Ποιο ήταν το κλειδί για να τον καταλάβουν; Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος; Ποια ήταν η θέση των ανθρώπινων όντων στη γενικότερη εικόνα των πραγμάτων; Για πολλές αρχαίες κοινωνίες, η κατανόηση του ουράνιου στερεώματος δεν ήταν απλώς μια φιλοσοφική ή πνευματική πρόκληση· αποτελούσε επίσης και πρακτική αναγκαιότητα. Πρόσφατα βρέθηκα με την παρέα μου για ολιγοήμερη εκδρομή στις Νήσους της Πεντηκοστής στη Θάλασσα των Κοραλλίων. Η περιοχή είναι γεμάτη ύπουλους υφάλους κι έτσι είναι ζωτικής σημασίας η ακριβής πλοήγηση. Φυσικά πρώτη επιλογή είναι η μέθοδος του GPS, αλλά ένιωσα μια ανακούφιση όταν μου είπαν ότι, σε περίπτωση ηλεκτρονικής βλάβης, ήξεραν πώς να πλοηγηθούν με τη βοήθεια των άστρων. Κι αυτό ακριβώς συνέβαινε επί χιλιάδες χρόνια. Η γνώση των κινήσεων των ουράνιων σωμάτων ήταν κρίσιμη για την ανθρώπινη ευμάρεια: όχι μόνο για την πλοήγηση, αλλά και για τις μεταναστεύσεις, τις καλλιέργειες, τη μέτρηση του χρόνου. Η εμμονή των μακρινών προγόνων μας με τους κύκλους του Ηλίου, της Σελήνης και των πλανητών είναι προφανής από τις μεγαλιθικές κατασκευές που έφτιαξαν, ορισμένες από τις οποίες είναι επί τούτω ευθυγραμμισμένες με αστρονομικά συμβάντα – συμβάντα περιβεβλημένα με θρησκευτική σπουδαιότητα και πλούσιες τελετουργίες. Ο ουρανός θεωρούνταν το βασίλειο των υπερφυσικών όντων. Σε μερικές κουλτούρες, ο ίδιος ο Hλιος, η Σελήνη και οι πλανήτες λατρεύονταν σαν θεοί. Oμως η ευρυθμία που χαρακτήριζε τις κινήσεις των αστρονομικών σωμάτων οδηγούσε σε μια πολύ διαφορετική εικόνα του ουρανού: αντί για «πάρκο ψυχαγωγίας» των θεών, περισσότερο θύμιζε μηχανισμό, ένα περίπλοκο σύστημα κινούμενων μερών. Aπαξ και εδραιώθηκε η παραπάνω εικόνα, οι μετρήσεις ακριβείας κατέστησαν αναγκαίες προκειμένου να διαλευκανθεί ο τρόπος οργάνωσης και ρύθμισης του εν λόγω μηχανισμού. Η αριθμητική και η γεωμετρία αναδείχθηκαν σε κρίσιμες δεξιότητες. Οι αστρονόμοι απέκτησαν ισχύ και κύρος στην κοινωνία, μαζί με τους ιερείς και τους αυτοκράτορες. Προσεκτικές μετρήσεις και αναλύσεις αποκάλυψαν σταδιακά τάξη και αρμονία, αριθμούς και σχήματα, στην ουράνια δραστηριότητα. Πολλά θεωρητικά μοντέλα επινοήθηκαν ανά τους αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, Eλληνας αστρονόμος του δεύτερου αιώνα, πρότεινε την περιώνυμη θεωρία του, που βασιζόταν σε μια εκλεκτική σύνοψη όλων των προγενέστερών του ιδεών. Η πτολεμαϊκή κοσμολογία έκανε λόγο για ένα πολύπλοκο σύστημα εσωτερικών σφαιρών, που περιστρέφονταν γύρω από τη Γη με διαφορετικές ταχύτητες.

Τα μηχανοκρατικά μοντέλα του σύμπαντος ήταν στη σωστή κατεύθυνση, αλλά η θεολογική διάσταση ποτέ δεν εξαλείφθηκε πλήρως. Υπήρχε πάντα το ακανθώδες ζήτημα της προέλευσής του. Πώς απέκτησε αρχικά ύπαρξη αυτό το μεγάλο κοσμικό κατασκεύασμα; Μήπως υπήρχε ένα Κινούν Αίτιο που έθεσε όλο αυτόν τον πολύπλοκο μηχανισμό σε κίνηση; Eνας υπερφυσικός Δημιουργός που εξήγαγε τάξη από το χάος; Eνας θεός που έφτιαξε το σύμπαν από το τίποτα; Σε εκείνα τα πρώτα μοντέλα δεν έγινε καμία προσπάθεια να συνδεθεί η κίνηση των αστρονομικών σωμάτων με την κίνηση των υλικών σωμάτων στη Γη. Ο Ουρανός και η Γη, αμφότεροι γεμάτοι κίνηση, παρέμεναν ξέχωρες επικράτειες. Αυτή η άποψη διατηρήθηκε κατά τη μεσαιωνική περίοδο, μέχρι τον 17ο αιώνα. Και μετά, ξαφνικά, η αντίληψη της ανθρωπότητας για το σύμπαν μεταμορφώθηκε. Μια μικρή ομάδα από οραματιστές «φυσικούς φιλόσοφους» συνειδητοποίησε ότι το κλειδί του σύμπαντος δεν βρισκόταν στη θεϊκή παρέμβαση, ούτε στη γεωμετρία της κοσμικής αρχιτεκτονικής. Αντιθέτως, βρισκόταν στους νόμους της φύσης που υπερβαίνουν τον φυσικό κόσμο και καταλαμβάνουν ένα αφηρημένο βασίλειο, αόρατο στις αισθήσεις αλλά πάντως εντός εμβέλειας της ανθρώπινης λογικής. Ο αριθμός και το σχήμα, πολυαγαπημένα στους αρχαίους φιλόσοφους, δεν εκδηλώνονται μόνο σε συγκεκριμένα φυσικά αντικείμενα και συστήματα, αλλά συνυφαίνονται με τους ίδιους τους νόμους της φύσης, σχηματίζοντας ένα μωσαϊκό από ανεπαίσθητα μοτίβα κρυπτογραφημένα σε ένα είδος κοσμικού κώδικα. Hταν μια συγκλονιστική εννοιολογική μεταστροφή, που σηματοδότησε τη μετάβαση από την απλή περιγραφή του κόσμου στην εξήγησή του. Το κβαντικό άλμα κατανόησης που συνόδευε αυτή τη μεταστροφή εκφράσθηκε ποιητικά από τον Γαλιλαίο (Galileo Galilei) το 1632: «Το μεγάλο βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών», χωρίς τα οποία «περιπλανιόμαστε ματαίως σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο». Το κλειδί του σύμπαντος, λέει ο Γαλιλαίος, βρίσκεται στη μαθηματική αποκρυπτογράφηση, γνώμη που επανέλαβε τρεις αιώνες αργότερα ο αστρονόμος σερ Τζέιμς Τζινς (James Jeans), ο οποίος διακήρυξε: «Το σύμπαν μοιάζει να σχεδιάστηκε από έναν κορυφαίο μαθηματικό!». Ο ίδιος ο Γαλιλαίος άρχισε να ξεκλειδώνει την κρυφή μαθηματική τάξη της φύσης, αλλά χρειάστηκε να περάσει μια γενιά ακόμα −ειδικά με το έργο του Ισαάκ Νεύτωνα (Isaac Newton) και του Γκότφριντ Λάιμπνιτς (Gottfried Leibniz)− για να μπουν τα πράγματα σε μια σειρά. Αυτό που έκαναν δεν ήταν ένα φιλόδοξο και απολύτως οργανωμένο πολιτισμικό εγχείρημα, όπως είναι σήμερα η επιστημονική έρευνα. Οι ιδρυτές αυτού που σήμερα αποκαλούμε επιστήμη έμοιαζαν πιο πολύ με μέλη μιας σέκτας για λίγους, σχεδόν μιας μυστικής κοινωνίας, ήταν θρήσκοι με έναν αντισυμβατικό τρόπο, όλο έριδες και εγωισμούς, ακόμα εμποτισμένοι με τις μυστικιστικές παραδόσεις της αρχαιότητας.

Τα μεγάλα ερωτήματα

Σε αυτό το βιβλίο εστίασα στα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης όπως φαίνονται μέσα από τον φακό της επιστήμης, που είναι η δική μου σκοπιά. Oμως οφείλουμε να πούμε ότι η πλειονότητα των επιστημόνων δεν νιώθει άνετα όταν εισβάλλει στα φιλοσοφικά ερωτήματα, μερικά εκ των οποίων μοιάζουν να ξεστρατίζουν προς τη θεολογία. Αν προκαλούσατε τους επιστήμονες να πουν μήπως το σύμπαν έχει κάποιο είδος μηνύματος ή σκοπού, οι περισσότεροι ή θα έλεγαν όχι, ή, όπως ο (φιλόσοφος) Aγιερς, θα απέρριπταν το ίδιο το ερώτημα θεωρώντας ότι δεν έχει νόημα. Ενας διακεκριμένος επιστήμονας που είχε την τόλμη να ασχοληθεί με το ζήτημα είναι ο Στίβεν Γουάινμπεργκ (Steven Weinberg), που έγραψε: «Οσο πιο κατανοητό μου φαίνεται το σύμπαν, τόσο πιο άσκοπο μοιάζει επίσης». Ο Γουάινμπεργκ δέχθηκε πυρά από παντού επειδή καταδέχθηκε να δώσει αξία στο σύμπαν αναγνωρίζοντάς του «σκοπό», έστω και μόνο για να τον απορρίψει. Ενα σύμπαν που «απλώς υπάρχει» δίχως λόγο, με συγκεκριμένες ιδιότητες που «απλώς υπάρχουν», περιγράφεται ορθώς με τυπική λογική ως «παράλογο». Αλλά αν δεν υπάρχει ένα ορθολογικό συνεπές σχήμα κάτω από τα επιφανειακά φαινόμενα της φύσης, αν τα πράγματα «απλώς υπάρχουν», αν το σύμπαν είναι παράλογο, τότε η επιτυχία του αγώνα της επιστήμης είναι εντελώς αινιγματική. Δεν μπορούμε να αγωνιστούμε έχοντας την όποια προσδοκία ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαμε μέχρι σήμερα θα συνεχίσουν να λειτουργούν, ότι θα ανακαλύπτουμε καινούργιους μηχανισμούς και διαδικασίες που έχουν λογική – γιατί πώς μπορεί να θεμελιώνεται η λογική στον παραλογισμό; Πριν από μερικά χρόνια παρέθεσα αυτούς τους συλλογισμούς σε άρθρο στους New York Times. Ο συντάκτης έβαλε παράτιτλο «Εχοντας πίστη στην επιστήμη». Αυτό προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις από μερικούς συναδέλφους μου, που αντιτίθενται σε οτιδήποτε θολώνει τη γραμμή μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, ακόμα και στα σημεία που οι επιδιώξεις τους είναι κοινές και παρόλο που η λέξη «πίστη» έχει πολλές συνδηλώσεις. Μία από τις πιο ευγενικές απαντήσεις προήλθε από τον διάσημο κοσμολόγο και συγγραφέα Σον Κάρολ (Sean Carroll), ο οποίος εξέφρασε την ομόφωνη γνώμη περί της αξιοπιστίας των νόμων της φύσης με χαρακτηριστική κομψότητα: «Υπάρχει μια αλυσίδα εξηγήσεων σχετικά με τα πράγματα που συμβαίνουν στο σύμπαν, η οποία τελικά φτάνει στους θεμελιώδεις νόμους της φύσης και σταματά… τελικά, οι νόμοι είναι αυτό που είναι… δεν πειράζει. Μετά χαράς θα αποδεχθώ το σύμπαν όπως ακριβώς το βρίσκουμε». Ολοι οι επιστήμονες που αποφασίζουν να εργαστούν στα βαθυστόχαστα κοσμικά ερωτήματα καλούνται να επιλέξουν: ή θα αποδεχθούν το σύμπαν όπως είναι, σαν τον Κάρολ –ένα ανεξήγητο αδήριτο γεγονός– και θα συνεχίσουν με το πρακτικό έργο της επιστήμης, ή θα δεχθούν ότι ολόκληρος ο αγώνας της επιστήμης βασίζεται σε ένα βαθύτερο στρώμα ορθολογικής τάξης. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε ένα συναρπαστικό ερώτημα είναι το αν η επιστήμη θα προοδεύσει ποτέ τόσο ώστε να συλλάβουμε πλήρως αυτό το βαθύτερο στρώμα. Είναι το μεγαλύτερο από τα μεγάλα ερωτήματα που συζητάμε σ’ αυτό το βιβλίο.

metaxy-epistimis-kai-dimioyrgoy0
«Eπιστημονικό αστυνομικό θρίλερ» χαρακτηρίζει το βιβλίο ο συγγραφέας.