ΘΕΑΤΡΟ

Χρ. Λούλης: «Ήταν ένας σίφουνας ο Μπάιρον»

Ο Μπάιρον ήταν ένας σούπερ σταρ της εποχής», λέει ο Χρήστος Λούλης για τον Αγγλο ποιητή λίγο πριν τον υποδυθεί στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής.

chr-loylis-itan-enas-sifoynas-o-mpairon-561606262

Εύκολα μαντεύει κανείς ποια ήταν η πρώτη φορά που ο Χρήστος Λούλης άκουσε για τον Λόρδο Μπάιρον: «Πρέπει να ήμουν στο σχολείο», λέει στην «Κ» ο ηθοποιός, «και μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ένας Αγγλος αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα για κάτι που δεν επηρέαζε τη ζωή του και πέθανε από κάτι που σήμερα θα αντιμετωπιζόταν. Είναι εντυπωσιακή η ιστορία του. Ενας σούπερ σταρ της εποχής –όπου κι αν πήγαινε γινόταν χαμός– μάζεψε όλα του τα χρήματα και υπάρχοντα, τα έφερε εδώ, αρρώστησε, πέθανε και συνδέθηκε με τον αγώνα ενός λαού, χωρίς άλλο λόγο πέρα από το γεγονός ότι ήταν ένας ρομαντικός, που συνέβαλε στην πυροδότηση του φιλελληνισμού διεθνώς. Σπουδαία περίπτωση. Η προσωπική του ζωή ήταν τόσο αντισυμβατική και σκανδαλιστική για τους συγχρόνους του, τόσο παθιασμένη. Ηταν ένας σίφουνας ο Μπάιρον».

Ανάθεση

Πιθανόν προσπαθούσε να βοηθήσει την ψυχή του, λαμβάνοντας τον τίτλο του φιλέλληνα που ανιδιοτελώς προσπαθεί να βοηθήσει ένα νεαρό έθνος.

Είναι επίσης το επίκεντρο της μουσικοθεατρικής παράστασης «Σκιές στον Αδη», μιας ανάθεσης της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στον συνθέτη Αλέξανδρο Μούζα, η οποία παρουσιάζεται σήμερα (8.30 μ.μ.) και αύριο (7.30 μ.μ.) στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, μουσική διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου και με τον Χρήστο Λούλη στον ρόλο του Λόρδου Μπάιρον. Τοποθετημένο σε ένα σκηνικό καθηλωτικό και υγρό, όμοιο με έναν Αδη γεμάτο σκοτάδια, μνήμες και διαισθήσεις, το έργο επενδύεται από την κινηματογραφική, σύγχρονης υφής μουσική του Αλέξανδρου Μούζα και βασίζεται σε κείμενα του ίδιου του Μπάιρον, όπως σε επιστολές γραμμένες το τελευταίο τρίμηνο της ζωής του στο Μεσολόγγι, στο ταξιδιωτικό του έργο «Τσάιλντ Χάρολντ», στο θεατρικό «Κάιν» και σε ποιήματά του. Αυτό που εκδραματίζεται εδώ είναι η κατάβαση ενός ανθρώπου στο δυστοπικό και μουσκεμένο Μεσολόγγι, ενός ανθρώπου που περιέγραφε τον εαυτό του ως μισότρελο, κάπου «ανάμεσα στη μεταφυσική, τα βουνά, τις λίμνες, την άσβεστη αγάπη, τις άφατες σκέψεις και τον εφιάλτη των δικών μου παραπτωμάτων».

chr-loylis-itan-enas-sifoynas-o-mpairon0
«Είναι στον πυρήνα µας να κοροϊδεύουµε τους εαυτούς µας και τους άλλους».

Αραγε θα ξεμπερδεύαμε αν περιγράφαμε τα κίνητρά του σαν απλώς φιλελληνικά; «Οχι», αποκρίνεται ο Χρήστος Λούλης και εξηγεί: «Είναι πολύ πιθανόν να προσπαθούσε να βοηθήσει τον εαυτό του, την ψυχή του, την εικόνα του, λαμβάνοντας τον τίτλο του φιλέλληνα που ανιδιοτελώς προσπαθεί να βοηθήσει ένα νεαρό έθνος απέναντι στους βαρβάρους. Στο τέλος, όμως, δεν μπορούμε να κρίνουμε τα κίνητρα. Καμιά φορά συνυπάρχουν πολλά μαζί για να πάρουμε μια απόφαση. Μερικά δεν είναι εντελώς αλτρουιστικά – ίσως τα περισσότερα. Εχω σταματήσει να πιστεύω ότι ένας καλός Αγγλος ήρθε να βοηθήσει τους καλούς Ελληνες, παρότι δεν το έκαναν πολλοί. Ισως είχε και κίνητρα προσωπικά. Μου έλεγε ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που τον μελέτησε πολύ, ότι ο Μπάιρον στην Ελλάδα έκανε πράξη τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Στο παρελθόν είχε αισθήματα για ένα νεότερό του, χωρίς όμως να γίνει κάτι. Βοηθούσε λοιπόν, αλλά περνούσε και όμορφα. Από τη μεριά μου, όχι μόνο δέχομαι την ύπαρξη αντιμαχόμενων κινήτρων σε έναν άνθρωπο, αλλά με ανακουφίζει κιόλας. Μου θυμίζει ότι είμαστε πολύπλοκα όντα που έχουμε και τη μικρότητά μας. Με βγάζει από το άγχος που είχα να γίνω κι εγώ ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος».

Αναστοχασμός με χιούμορ

Ενα άλλο άγχος που δεν φαίνεται να έχει ο Χρήστος Λούλης είναι το άγχος τού να προσεγγίζει την Ελληνική Επανάσταση μέσω της τέχνης του με τρόπο αποκλειστικά σοβαρό. Μερικούς μήνες πριν από το «Σκιές στον Αδη» είχε συμμετάσχει ως γκεστ στην παράσταση «The 1821 – Η επιθεώρηση» των Φοίβου Δεληβοριά και Δημήτρη Καραντζά – μια ερώτηση επομένως είναι αν για εκείνον η αναζήτηση του σημερινού νοήματος της Επανάστασης χρειάζεται μια προσέγγιση μεικτή. «Εννοείται», καταλήγει ο Χρήστος Λούλης, «έτσι κι αλλιώς είναι ένα πολύ ελληνικό χαρακτηριστικό. Οι Ελληνες εφηύραν την έννοια του θεού που πάει με τους ανθρώπους, κάνει έρωτα μαζί τους, τους αντιπαθεί, αλλά και του ανθρώπου που υψώνει το ανάστημά του απέναντι στους θεούς. Είναι μέσα στο ελληνικό πνεύμα το να σέβεσαι και ταυτόχρονα να υβρίζεις. Να υβρίζεις τον θεό σου. Το κάνουμε και σήμερα, πολύ συχνά. Είναι τελείως ελληνικό φαινόμενο και πιστεύω ότι αν θέλουμε να μιλήσουμε για τα 200 χρόνια της Επανάστασης, αν θέλουμε να γίνει μια αναδρομή στο τι κάναμε ως έθνος, δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι που μας χαρακτηρίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια: μια αναρχική ενίοτε αίσθηση κοροϊδίας για τα πάντα. Για τον εαυτό μας, τους θεούς μας, για κάτι που το έχουμε ψηλά, ως ιδανικό. Είναι στον πυρήνα μας να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους. Με πειράζει μόνο που δεν κάνουμε τόσο συχνά το πρώτο και παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά. Είτε είμαστε Α είτε Β, ο καθένας περιχαρακώνεται γύρω από ό,τι πιστεύει και δεν έχει διάθεση για χιούμορ και αυτοσαρκασμό».