ΒΙΒΛΙΟ

Η φωτιά του πολέμου με τα μάτια μιας γυναίκας

i-fotia-toy-polemoy-me-ta-matia-mias-gynaikas-561608950

ΛΕΡΝΤ ΧΑΝΤ
Neverhome
μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου
εκδ. Πόλις, σελ. 252

Ο Λερντ Χαντ γράφει για την Κόνστανς Τόμπσον, η οποία κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου μεταμφιέζεται σε άνδρα και κατατάσσεται στον στρατό των Βορείων.

Οι εκδόσεις Πόλις, που κυκλοφορούν στα ελληνικά το βιβλίο του Λερντ Χαντ, αποφάσισαν να αφήσουν αμετάφραστο τον τίτλο του, πιθανότατα λόγω έλλειψης μιας λέξης ή φράσης που θα απέδιδε με ακρίβεια το νόημά του στη γλώσσα μας. Διαβάζοντας αυτό το σχετικά σύντομο αλλά γεμάτο εσωτερική δύναμη μυθιστόρημα, αντιλαμβάνεται κανείς πως η έννοια του «Neverhome» έχει να κάνει με τον ομηρικό «νόστο», ο οποίος ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση δεν επιτυγχάνεται· το ταξίδι που περιγράφεται εδώ είναι από εκείνα που δεν έχουν επιστροφή.

Εκείνη που το πραγματοποιεί είναι η Κόνστανς Τόμπσον, η οποία κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου μεταμφιέζεται σε άνδρα και κατατάσσεται στον στρατό των Βορείων, αφήνοντας πίσω στην Ιντιάνα το αγρόκτημα και τον αγαπημένο της σύζυγο, Βαρθολομαίο. Μέσα στην επόμενη διετία, η Κόνστανς θα βρεθεί στα πεδία των μαχών, θα περάσει μεγάλες περιπέτειες και κυρίως θα διαπιστώσει από πρώτο χέρι την κτηνωδία του πολέμου, έχοντας πάντως συνεχώς φυλαγμένη μέσα της την ελπίδα της επιστροφής.

Οσοι είναι εξοικειωμένοι με το κλασικό «Κόκκινο σήμα του θάρρους» του Στίβεν Κρέιν θα βρουν αμέσως τον δρόμο τους στην αφήγηση του Χαντ, η οποία συνδυάζει τις λυρικές περιγραφές της φύσης και του τοπίου με την πολλές φορές «στεγνή» και ωμή εξιστόρηση του ανθρώπινου δράματος. Στο επίκεντρο φυσικά βρίσκεται ο μοναδικός, απόλυτα σύγχρονος στη σύλληψή του, χαρακτήρας της Κόνστανς, της γυναίκας που αντιστρέφει τους παραδοσιακούς ρόλους, αφήνοντας πίσω τον πιο μαλθακό σύντροφό της και βουτώντας σε ένα (προφανώς ανδροκρατούμενο) σύμπαν βίας και τρόμου.

«Σχηματίσαμε γραμμή και τους θερίσαμε με τα μουσκέτα μας και είδα το κανόνι μας να κόβει στη μέση το κεφάλι ενός όμορφου άσπρου αλόγου. Δεν σταμάτησαν όμως, και όταν ήρθαν πιο κοντά έπιασαν δουλειά τα σπαθιά, οι οπλές και τα πιστόλια. Εχετε πολεμήσει ποτέ με άντρα πάνω σε άλογο; Με άντρα που κρατάει όπλο στο χέρι του; Με άντρα που έρχεται από το Νάτσεζ με το δαιμονισμένο άλογο που καβαλάει απ’ όταν γεννήθηκε και διψάει για αίμα; Ενα παιδί, ούτε δυο μέτρα μακριά μου, έγινε αλοιφή από μια παρδαλή φοράδα με κόκκινα μάτια. Ενός άλλου του άνοιξαν το κεφάλι στα δύο με τη λαβή ενός πιστολιού».

Τα παραπάνω και άλλα παρόμοια περιγράφονται ως σύντομα επεισόδια φρίκης, ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα που αποτελούν την πραγματική καθημερινότητα ενός φαντάρου στον πόλεμο: ατελείωτες πορείες στη λάσπη, σκάψιμο παραπηγμάτων, κωμικοτραγικές ιστορίες και εφιάλτες που έρχονται τη νύχτα για να στοιχειώσουν τους πολεμιστές.

«Και τώρα στεκόμουν εκεί. Ηθελα να πιάσω το κεφάλι του νεκρού και να το κρατήσω στην αγκαλιά μου, αλλά δεν το έκανα, αφού ήξερα ότι σκέψεις όπως αυτή ήταν ένα από τα πράγματα που επίσης έπρεπε να μάθω να σκοτώνω. Κάποιοι από τους αντικαταστάτες μας με πείραξαν λίγο, καθώς στάθηκα εκεί για μια στιγμή, αλλά δεν τους έδωσα καμιά σημασία. Δεν είχαν σκοτώσει κανέναν εκείνο το πρωί. Οταν ο ήλιος ανέβηκε πιο ψηλά, είδα ότι ο νεκρός είχε γαλάζια μάτια», διαβάζουμε αλλού. Αυτού του είδους οι περιγραφές, ιδωμένες μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Οχι διότι καθιστούν το μυθιστόρημα πιο «φεμινιστικό», όπως επισημαίνουν κάποιοι σχολιαστές, αλλά επειδή το κάνουν σημαντικά και βαθιά ανθρώπινο.