ΘΕΑΤΡΟ

Ο Νικολάι Γκόγκολ και πώς να τον βάλεις «στην πρίζα»

Ουρά στο πεζοδρόµιο της Πειραιώς, έξω από το θέατρο «Κιβωτός». Εκτάκτως στο προγραμματισμένο διήμερο προστέθηκε μία ακόμη παράσταση, αλλά ακόμη κι έτσι ούτε μία θέση δεν είναι ελεύθερη μέσα στην αίθουσα. Μέσος όρος ηλικίας του κοινού, το πολύ 35 ετών.

o-nikolai-gkogkol-kai-pos-na-ton-valeis-stin-priza-561613063

Ουρά στο πεζοδρόµιο της Πειραιώς, έξω από το θέατρο «Κιβωτός». Εκτάκτως στο προγραμματισμένο διήμερο προστέθηκε μία ακόμη παράσταση, αλλά ακόμη κι έτσι ούτε μία θέση δεν είναι ελεύθερη μέσα στην αίθουσα. Μέσος όρος ηλικίας του κοινού, το πολύ 35 ετών. Και θα ήταν μικρότερος αν «Οι παίχτες», το έργο του Νικολάι Γκόγκολ που έχει σκηνοθετήσει ο Γιώργος Κουτλής, δεν είχε γίνει ήδη θέμα συζήτησης για τους θεατρόφιλους της πόλης, που σπεύδουν να κλείσουν εισιτήριο.

Εχουμε ανάγκη το γέλιο· αυτό που δεν ελέγχεται, δεν καταστέλλεται και δεν κρύβεται πίσω από τη μάσκα. Είναι μάλλον ό,τι περισσότερο χρειαζόμαστε την εποχή του μεγάλου φόβου. Το νιώθεις από τον τρόπο που οι θεατές συμμετέχουν σε όσα συμβαίνουν στην σκηνή, προσφέροντας αυθόρμητα τον ενθουσιασμό και το χειροκρότημά τους ακόμη και στη μέση μιας σκηνής. Οι αντιδράσεις έχουν την αθωότητα και την ευχαρίστηση μιας βραδιάς στην επιθεώρηση, ή όπου, τέλος πάντων, το θέατρο συνδέεται απευθείας με τη λαϊκή του ρίζα, και την πηγαία, αναζωογονητική σωματικότητα.

Ο Νίκος Κουτλής, για δεύτερη φορά, μετά το «Παίζοντας το θύμα» που παρουσίασε στο Εθνικό Θέατρο πριν από περίπου ένα χρόνο, αποδεικνύει ότι ξέρει τι σημαίνει μαύρη κωμωδία. Τότε, έχοντας ακόμη πολύ φρέσκια την επάνοδο από τη Μόσχα όπου σπούδασε στη Ρωσική Ακαδημία Θεατρικής Τέχνης, επέλεξε να σκηνοθετήσει ένα πολύ γνωστό έργο του σύγχρονου ρωσικού θεατρικού ρεπερτορίου. Τώρα επιστρέφει στους Ρώσους συγγραφείς, επιλέγοντας έναν από τους κλασικούς. Και «βάζει στην πρίζα» μια σάτιρα του 1836. Ζωντανή μουσική, ροκ αναφορές, γρήγορος ρυθμός, εξαιρετικές ερμηνείες και κυρίως άψογος συγχρονισμός όλων των μερών συνθέτουν αυτό το γοητευτικό παιχνίδι παραπλάνησης.

Η ιστορία είναι απλή: Σ’ ένα απομακρυσμένο πανδοχείο της Ρωσίας, καταφτάνει ένας δεινός χαρτοπαίκτης, απατεώνας και πλαστογράφος. Στόχος του, να βρει τα επόμενα θύματά του, και να τα «γδάρει». Αλλά αυτό δεν είναι τόσο εύκολο. Στο ίδιο πανδοχείο μένουν δύο εξίσου δεινοί κομπιναδόροι, που γυρεύουν το ίδιο ακριβώς πράγμα: να εντοπίσουν ένα λαχταριστό, αθώο, ευκατάστατο θύμα. Η συνάντηση των τριών και η απόφαση να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να κερδίσουν όσο περισσότερα μπορούν γίνεται η αρχή των περιπετειών τους. Ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα; Ποιος εξαπατά και ποιος εξαπατάται; Υπάρχει άραγε άνθρωπος αθώος μπροστά στον πειρασμό του εύκολου χρήματος;

Η χορογραφία αυτής της διπλής μπλόφας εκτελείται με την ακρίβεια αλλά και την παραφορά που έχουν οι δεινοί χαρτοπαίκτες. Οι σκηνές ξεδιπλώνονται η μία πίσω από την άλλη με την ταχύτητα και τη μαεστρία του ταχυδακτυλουργού που στήνει έναν πύργο από τραπουλόχαρτα. Από τη μια στιγμή στην άλλη, τα χαρτιά μπορεί να πεταχτούν στον αέρα και όλα να χαθούν σαν οφθαλμαπάτη.

Για την ανθρώπινη ανοησία και την υποκρισία μιλάει ο Γκόγκολ στους «Παίχτες» του σατιρίζοντας τα ελαττώματά μας. Στην παράσταση τον ακούμε καθαρά, και παρ’ όλα αυτά γελάμε, επειδή το θέατρο είναι ένα μεγάλο σχολείο όταν αποφεύγει τη χρηστομάθεια.