ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στους σιωπηλούς μαιάνδρους της νυχτερινής Πλάκας

Μια διαδρομή δίχως το φως της μέρας μέσα στα στενά της Πλάκας, με οδηγό το φεγγάρι και το χλωμό, κίτρινο φως των λύχνων, μοιάζει με μια περιπλάνηση σε έναν τόπο και χρόνο της φαντασίας

stoys-siopiloys-maiandroys-tis-nychterinis-plakas-561626281

Μια διαδρομή δίχως το φως της μέρας μέσα στα στενά της Πλάκας, με οδηγό το φεγγάρι και το χλωμό, κίτρινο φως των λύχνων, μοιάζει με μια περιπλάνηση σε έναν τόπο και χρόνο της φαντασίας. Αλλά να που, λίγες μέρες πριν, χωρίς να έχει καν προσχεδιαστεί, ξεδιπλώθηκε ένας νυκτερινός περίπατος που βάθαινε σε μυσταγωγία και απλωνόταν σε ένταση όσο τα βήματα οδηγούσαν σε γαλήνια στενά της Πλάκας μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Είναι μια διαδρομή που είχα κάνει ξανά και ξανά, αλλά έρχεται μια φορά που η επανάληψη φέρνει το δώρο της αποκάλυψης και η εντύπωση γίνεται βίωμα.

Από την πλατεία Συντάγματος είχα πάρει τη Φιλελλήνων και σταδιακά σαν να με οδηγούσαν τα βήματα σε μια Αθήνα πιο ήσυχη, πιο εσωτερική, πιο μυστική. Οι σκιές από τα κωδωνοστάσια του δρόμου, που σκιάζουν η Ρωσική και η Αγγλικανική Εκκλησία, έδιναν εκείνη την προέκταση της παράλληλης πόλης που ξυπνά μόλις πέσει το φως. Η μικρή οδός Κωνσταντίνου Τσάτσου, πρώην Πέτα, με ρούφηξε μέσα στα σωθικά της Πλάκας. Από εκεί άρχισε ένας μοναχικός περίπατος που απαιτεί εσωτερική ευρυχωρία για σιωπηρούς μονολόγους να ξετυλίγονται στην υγρασία της νύχτας. Η Πλάκα γινόταν ένας τόπος υπερρεαλιστικός. Η ίδια η οδός Κωνσταντίνου Τσάτσου είναι από μόνη της ένα αστικό ποίημα, με τα νεοκλασικά, τα μεσοπολεμικά, όλα μέσα σε γάζες χαμηλόφωνης κομψότητας. Κατηφόριζα μόνος μέσα στο φωτισμένο σκοτάδι και παρότι δεν ήταν αργά, μόλις 9 το βράδυ, υπήρχε ερημιά. Μόνο στη Μονής Αστερίου, που συνάντησα μόλις τελείωνε η Κων. Τσάτσου, είδα μια ανδρική σιλουέτα να χάνεται στο κίτρινο φως και μου φάνηκε σαν καρέ από γκράφικ νόβελ. Η Μονής Αστερίου είναι πολυφωτογραφημένη για τα λαμπρά νεοκλασικά της σπίτια, αλλά εκείνη την ώρα με συγκινούσαν περισσότερο οι σκιές, οι αντανακλάσεις, οι διαθλάσεις και οι ασύμμετρες γεωμετρίες που έδινε η νύχτα.

Αυτή η Πλάκα «nocturne» με οδηγούσε σαν ένας μεγάλος πίνακας ζωγραφικής βουτηγμένος στα χρώματα της νύχτας. Πήρα αριστερά τη Μονής Αστερίου και έστριψα δεξιά στη Δαιδάλου. Μου έκανε εντύπωση η σιγαλιά, αλλά κυρίως το ζωντάνεμα των σπιτιών, που θύμιζαν παιχνίδια που μέσα στη νύχτα έβγαιναν από τα κουτιά τους. Εκανα λίγο αριστερά στην Περιάνδρου, να δω το ερείπιο του τελευταίου σπιτιού του Κωστή Παλαμά, και βγήκα πάλι στη Δαιδάλου για να χωθώ για λίγα μέτρα δεξιά στη μικρή και ατμοσφαιρική οδό Χρυσοστόμου. Πίσω στη Δαιδάλου και από εκεί στη Χαιρεφώντος, όπου οι μεσοπολεμικές αρ ντεκό και μπαουχάους πολυκατοικίες είχαν μελώσει με τον χρόνο και οι καστανές τους επιδερμίδες βάθαιναν στο φως της νύχτας. Ημουν πλέον κοντά στην πλατεία της Αγίας Αικατερίνης. Υπάρχει ένα ωραίο σταυροδρόμι. Δεξιά ανοίγουν σε διχάλα οι οδοί Φαρμάκη και Αφροδίτης και αριστερά απλώνεται η οδός Γκούρα, με τη βαθιά αστική εμπειρία. Πήρα την Γκούρα ώς τη γωνία και στο βάθος ακουγόταν σαν από όστρακο ο βόμβος της λεωφόρου. Αλλά εκεί, γύρω από την Αγία Αικατερίνη, σε σειρά τα σπίτια από το 1900 και το 1920 και το 1935 έστεκαν μισονυσταγμένα. Μόνος περπατούσα στη σκιά τους και ένιωθα ελεύθερος.

Στη γωνία με τη Λυσικράτους, το βλέμμα στρέφεται αναπόφευκτα αριστερά για να αγκαλιάσει την Πύλη του Αδριανού, αλλά τα βήματα οδηγούν ευθεία προς την ωραία οδό Φρυνίχου, όπου και το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν. Ενιωθα τις βαθιές στρώσεις της πόλης, ώσπου επιτάχυνα για να χαθώ πλέον προς τα στενά του Μακρυγιάννη και από εκεί προς το Κουκάκι. Η Αθήνα τη νύχτα.