ΒΙΒΛΙΟ

Στο παρελθόν του ελληνικού λόγου μια γυναίκα αναδύεται

Στο παρελθόν του ελληνικού λόγου μια γυναίκα αναδύεται

ΑΝΤΩΝΟΥΣΑ ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΗ
Ποιήματα τραγικά
Εισαγωγή – επίµετρο: Βαρβάρα
Ρούσσου, εκδ. Στιγμός, σελ. 220

«Τα “Ποιήματα τραγικά” είναι έργο επώνυμο, παρά τη συνήθη πρακτική των γυναικών συγγραφέων να εκδίδουν ανώνυμα τα κείμενά τους ώστε να μην εκτεθούν ούτε οι ίδιες ούτε οι οικογένειές τους. Το γεγονός αυτό εδραιώνει την ιδιαίτερη σημασία του εγχειρήματος καθώς αποτελεί το πρώτο γυναικείο ολοκληρωμένο ελληνικό ποιητικό έργο που εκδίδεται». Διαβάζοντας αυτές τις αράδες στο υποδειγματικό επίμετρο με το οποίο η Βαρβάρα Ρούσσου συνοδεύει την έκδοση του συγκεκριμένου έργου, μας κυριεύουν αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα. Χρειάστηκε λοιπόν να ξεκινήσει η τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, να αξιοποιηθεί, επιπλέον, η επέτειος των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, για να γνωρίσουμε το συγκεκριμένο έργο και τη δημιουργό του. Για να πληροφορηθούμε, πρώτα πρώτα, ότι εν έτει 1840 μια γυναίκα μυθιστορηματικής υφής σαν την Αντωνούσα Καμπουράκη, ωραία, δυναμική και βουτηγμένη στο πένθος, εξέδωσε στη Σύρο το πόνημά της, αποτελούμενο από 2.800 στίχους, στους οποίους η ποιήτρια αφηγείται τα γεγονότα της Κρητικής Επανάστασης των ετών 1821-1830.

Η ιστορία, η λογοτεχνία και ο συνδυασμός τους είναι σημαντικά πεδία για την επιδίωξη ταυτίσεων και αποκλίσεων, για τη συγκρότηση ταυτότητας και για την ποιότητα της ατομικής και της συλλογικής μας αυτοσυνείδησης. Μολονότι η Καμπουράκη δεν είναι αυτό που θα λέγαμε σπουδαία ποιήτρια, η ύπαρξη και το έργο της αλλάζουν αναδρομικά το τοπίο του ελληνικού μας λόγου. Εκεί που πρώτα διαβάζαμε μιαν ανδρική μονοφωνία στη λογοτεχνία, στα απομνημονεύματα, στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, ο ήχος σιγά σιγά εμπλουτίζεται. Η γυναίκα αυτή γράφει, όπως η ίδια λέει στους προλογικούς της στίχους, για να παρηγορηθεί: «Στέρησις της πατρίδος μου και του μονογενή μου/ τα παλαιά μου τα δεινά ήλθαν στη θύμησή μου». Εισφέρει τους στίχους της και ως μορφή πολιτικού ακτιβισμού. Οπως μας πληροφορεί και πάλι η Βαρβάρα Ρούσσου στο επίμετρο, το 1840 είναι μια περίοδος που για διάφορους λόγους «επιτρέπει αναπτέρωση των ελπίδων και νέες ενέργειες για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. Είναι, λοιπόν, ευκαιρία για υπόμνηση του προηγούμενου και προτροπή για επόμενο αγώνα». Η διάσταση αυτή γίνεται φανερή στους στίχους που κλείνουν τα «Ποιήματα»: «Σ’ ελπίδες πάντα είμεθα Βασίλισσ’ΑΜΑΛΙΑ,/ ότι θα κάμης βέβαια ζήτημα στην Γαλλίαν./ Τα παλαιά μας βάσανα σαυτούς να παραστήσεις,/ την Κρήτην απ’ τους δυνατούς μόνη σου να ζητήσεις».

Γεννημένη περίπου το 1780 πιθανόν στα Χανιά, όπου φαίνεται ότι έζησε τη μισή ζωή της, η Καμπουράκη μορφώθηκε πιθανότατα κατ’ οίκον (ανάγνωση – γραφή), ανήκε στη μεσαία τάξη και βρέθηκε αργότερα ως πρόσφυγας στη Σύρο. Εχασε τον πρώτο σύζυγό της στην Κρητική Επανάσταση και αργότερα τον γιο της στη Σύρο. Ξαναπαντρεύτηκε και ξαναχήρευσε, ενώ διατηρούσε βιοτεχνία μαντιλιών. Βραβεύτηκε από τον Οθωνα για την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Γράφει και εκδίδει λογοτεχνικά κείμενα, εμπλέκεται στον αντι-οθωνικό αγώνα και πεθαίνει στην Αθήνα το 1875. Η τέχνη των στίχων της δεν φαίνεται μεγάλη, υπάρχουν όμως στοιχεία ενδιαφέροντα, ιδίως όσον αφορά την έμφυλή τους διάσταση. Η Ρούσσου (αλλά και η κάθε αναγνώστρια) θα σταθεί ιδιαίτερα στη γυναικεία οπτική τής εξιστόρησης, η οποία μάλιστα δεν διακρίνει τις χριστιανές από τις μουσουλμάνες, τις ομοεθνείς της από τις γυναίκες των χαρεμιών. Οι περιγραφές της οδύνης αφορούν πότε τις Ελληνίδες και πότε τις γυναίκες των Τούρκων: «Απ’ τα μπετένια πήγασιν πολλαίς να πέσουν κάτω,/ που ταις φωνές των γυναικών βοούσ’ όλον το Κάστρον». Πρόκειται για τις Τουρκάλες που χάνουν τους δικούς τους στη διάρκεια της πολιορκίας του Ηρακλείου.