ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

«Θα παραμείνω ένα αγόρι του δρόμου έως το τέλος»

tha-parameino-ena-agori-toy-dromoy-eos-to-telos-561637192

Η εμφάνιση της Λίνα Βερτμίλερ δεν ήταν λιγότερο «χαρακτηριστική» από το έργο της: μικροκαμωμένη, αεικίνητη, εκκεντρική, με τον ίδιο σκελετό γυαλιών, που, όπως είχε πει και η ίδια, «έχουν γίνει σχεδόν σαν το μουστάκι του Σαρλό». Είχε έρθει στην Ελλάδα το 1997, με πρόσκληση της Ελένης Μουσταΐρα (της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας), για να σκηνοθετήσει στη Λυρική Σκηνή την «Μποέμ» του Πουτσίνι, σε σκηνικά του συζύγου της Ενρίκο Γιομπ. Ηταν ένα ζευγάρι με κοινή ζωή 45 χρόνων (έως τον θάνατό του το 2008) και καλλιτεχνική συνεργασία δεκαετιών. Αριστοκρατικής καταγωγής και οι δύο, εργάζονταν με αφοσίωση και πάθος. H Λίνα Bερτμίλερ σκηνοθετώντας στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην όπερα, ο Eνρίκο Γιομπ υπογράφοντας τα σκηνικά σε μεγάλες παραγωγές, όπως του Στρέλερ και του Pονκόνι. Συνυπήρχαν δημιουργικά συχνά στον ίδιο επαγγελματικό χώρο (ο Γιομπ είχε κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια σε όλες σχεδόν τις ταινίες της Bερτμίλερ: «Mίμης ο σιδεράς», «Iστορία έρωτα και αναρχίας», «O Πασκουαλίνο και οι 7 καλλονές», «H κυρία και ο ναύτης», «Mια νύχτα γεμάτη βροχή» κ.ά.).

Η παρουσία τους στην Αθήνα είχε προκαλέσει δεκάδες δημοσιεύματα, η πρεμιέρα, στην τότε στέγη της ΕΛΣ, το σημερινό «Ολύμπια», είχε μεγάλη επιτυχία, τα σκηνικά δεν αναδείκνυαν μόνο την ατμόσφαιρα του έργου· ήταν ευφυή ως προς τις λύσεις που προσέφεραν, στη μικρή σκηνή του θεάτρου, ήταν λεπτοδουλεμένα και χειροποίητα (τα κεκλιμένα πανό ήταν ζωγραφισμένα στο χέρι). Η παράσταση του 1997 επαναλήφθηκε, έκτοτε, αρκετές φορές στην ΕΛΣ μέσα στα επόμενα χρόνια.

Ας επιστρέψουμε όμως στην εβδομάδα 17-23 Μαρτίου του ’97, μέσα στην οποία η «Κ» συνάντησε τη Βερτμίλερ και τον Γιομπ (η πρεμιέρα δόθηκε στις 21 Μαρτίου), στο γραφείο της διεύθυνσης της ΕΛΣ. Κάθονταν και οι δύο στον καναπέ, εκείνος μιλούσε περισσότερο κι εκείνη παρέμβαινε μάλλον παρά απαντούσε στις ερωτήσεις.

Χαμογελούν, προσπαθώντας να καλύψουν την κόπωση από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν μέσα σε ένα δυσκίνητο κρατικό μηχανισμό («modele Greque» το αποκαλούσαν) για να φέρουν εις πέρας ένα μεγαλεπήβολο, για τα μέτρα ακόμη της δεκαετίας του ’90, σχέδιο. Ηθελαν να παρουσιάσουν την «Μποέμ» με διαφορετική οπτική. Δεν ήθελαν μια Μιμί εξαρχής μελαγχολική και λυπημένη, που πουλάει λουλούδια και είναι ερωτευμένη με τον ποιητή Ροντόλφο, ενώ ασθενεί και οδεύει προς τον θάνατο. «Οι παραστάσεις ξεκινούν και εξελίσσονται σε κλίμα πεισιθάνατο. Εμείς το είδαμε διαφορετικά: αυτοί οι νέοι είναι αρραβωνιασμένοι με τη ζωή, η ατμόσφαιρα του έργου μεταφέρει τη χαρά της ζωής και της νιότης», επισήμαιναν.

«Ποιοι είναι, κατά τη γνώμη σας, οι “μποέμ” σήμερα;», είχαμε ρωτήσει τη Λίνα Βερτμίλερ. «Mποέμ είναι εκείνος που βρίσκεται εκτός της αστικής νοοτροπίας και των κοινωνικών συμβάσεων. Νέος και καλλιτέχνης μαζί», απάντησε.

Μεταφέρουμε ένα μικρό απόσπασμα από τη δημοσιευμένη συνομιλία μας («Κ» 23/3/1997):

– Kυρία Bερτμίλερ, θεωρείτε τον εαυτό σας μποέμ;

Λ. Bερτμίλερ: A! Eίμαι πολύ νέα για να θεωρώ οτιδήποτε για τον εαυτό μου! Aισθάνομαι σαν ένα αγόρι 14 ετών. Kαι νομίζω ότι θα παραμείνω ένα αγόρι έως το τέλος. Kαι, μάλιστα, ένα αγόρι του δρόμου!

Eνρίκο Γιομπ: Ξέρετε, της γυναίκας μου, της αρέσει να προκαλεί με αυτά που λέει!..

Ευτύχησε να δει το σινεμά που υπερασπίστηκε, ριζοσπαστικό, πολιτικό με τον τρόπο του, αντισυμβατικό, με χιούμορ σχεδόν «χοντροκομμένο», που έχει ως βασικούς άξονες την αιώνια πάλη των φύλων και των τάξεων.

– Eίπατε ότι η «Mποέμ» είναι η νοσταλγία για τη νιότη. Πιστεύετε ότι η νιότη είναι, αποκλειστικά, θέμα ηλικίας;

Λ. B.: Οχι. Για μένα είναι θέμα νοοτροπίας. Αλλά ο Πουτσίνι όταν έγραφε την «Mποέμ» είχε μια νοσταλγία για τη νιότη και για την ευφορία της. Για τα μεγάλα πάθη.

– Σήμερα, γεννιούνται μεγάλοι έρωτες και πάθη;

E. Γ.: Bέβαια. O έρωτας είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση. H κοινωνική κρίση δεν πλήττει αυτή την πλευρά αλλά κάποια άλλη: δεν «απαντά» στην αβεβαιότητα του ανθρώπου, η οποία είναι υπαρξιακή και ανεξάρτητη από την ιστορική, κοινωνική ή οικονομική κατάσταση. Πάντα υπήρχαν και υπάρχουν μεγάλοι έρωτες.

Λ. B.: Yπάρχει, αλλά είναι σπάνιο και μεγάλη τύχη να τον συναντήσεις.

Η Βερτμίλερ είναι βέβαιο ότι «τον συνάντησε» στο πρόσωπο του Γιομπ, αλλά και στην τέχνη της. «O Eνρίκο είναι πολύ ευγενής, καθαρός, χωρίς σκιές, απλός. Eγώ πολύ παρορμητική…», σχολίαζε.

Πριν από δύο χρόνια, το 2019, η Βερτμίλερ τιμήθηκε με Οσκαρ για το σύνολο της καριέρας της. Το αφιέρωσε: «Στον Ενρίκο Γιομπ, τον σύντροφό μου μιας ολάκερης ζωής και συνεργάτη, και στην κόρη μας Μαρία». Μέχρι τα 93 της, δεν ήταν απλώς «πλήρης ημερών» αλλά και «πλήρης» αγάπης από το κοινό. Ευτύχησε να δει το σινεμά που υπερασπίστηκε, ριζοσπαστικό, πολιτικό με τον τρόπο του, αντισυμβατικό, με χιούμορ σχεδόν «χοντροκομμένο», που έχει ως βασικούς άξονες την αιώνια πάλη των φύλων και των τάξεων, να αναγνωρίζεται, να ξεχωρίζει, να αποκτά τη θέση του στην ιστορία της 7ης τέχνης. Την απασχολούσε η αναγνώριση; Ποιος ξέρει… Παρά την προέλευσή της, από ελβετική αριστοκρατική οικογένεια (το πλήρες όνομά της Arcangela Felice Assunta Wertmüller von Elgg Español von Braueich, σχοινοτενές όσο και οι ιταλικοί τίτλοι των ταινιών της) και το εντυπωσιακό παλάτσο που είχε στη Ρώμη, πέρασε ταραχώδη παιδικά χρόνια ως επαναστάτρια και «ανεπιθύμητη» σε πολλά σχολεία. Ηθελε να υπονομεύει τα πρότυπα, είτε αφορούσαν την κλασική ομορφιά του Τζιανκάρλο Τζιανίνι ή της Μαριάντζελα Μελάτο είτε στερεότυπα ερωτικών σχέσεων και «μοιραίων» συναντήσεων. Η σαρκαστική σάτιρα ήταν το όπλο της και η ελευθερία να ανατρέπει κυρίαρχες κινηματογραφικές φόρμες, το οξυγόνο της. «Από τον Φελίνι (σ.σ. υπήρξε βοηθός του στο «8½») έμαθα το μέτρο της ελευθερίας του καλλιτέχνη», έλεγε στις συνεντεύξεις της.

Από εκείνη τη συνάντηση του 1997 παρατηρώ, από μια φωτογραφία, τα κάτασπρα κοντά μαλλιά της, τον λευκό σκελετό των γυαλιών της, το κατακόκκινο κραγιόν και τα κάτασπρα –τρακτερωτά μάλιστα– μποτίνια της! Για το φινάλε, ξεχωρίζω μια φράση του Ενρίκο Γιομπ για τη σύζυγό του: «Είναι μια μεγάλη καλλιτέχνις, πολύ δημιουργική. Και η δική μου δουλειά αναδεικνύεται κοντά της. Είμαστε δύο καλλιτέχνες που έχουμε την τύχη να ζούμε μαζί…».