ΘΕΑΤΡΟ

Το μετέωρο βήμα του μετανάστη στη χώρα που τον έριξε η ιστορία

Η παράσταση «Λάθος χώρα», που παρουσιάζεται στο θέατρο «Πόρτα», βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γκαζμέντ Καπλάνι

to-meteoro-vima-toy-metanasti-sti-chora-poy-ton-erixe-i-istoria-561635386

«Λάθος χώρα»: από τον τίτλο και μόνο, το μυθιστόρημα του Γκαζμέντ Καπλάνι, που κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Επίκεντρο, υπαινισσόταν την απόσταση, την ένταση, αν όχι και την αντίθεση που ενίοτε προκύπτει ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και στον αφιλόξενο τόπο στον οποίο εκείνος επέλεξε ή αναγκάστηκε να ζήσει ως μη γηγενής. Ο ίδιος ο συγγραφέας γνώριζε καλά τις αγωνίες του μετανάστη: γεννήθηκε στη Λούσνια της Αλβανίας το 1967, πέρασε τα σύνορα με την Ελλάδα, περπατώντας το 1991, και ενώ έφτασε να κάνει διδακτορικό στο Πάντειο ή να γίνει αρθρογράφος των «Νέων», ελληνική υπηκοότητα δεν πήρε· σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο DePaul του Σικάγου.

«Λάθος χώρα» λοιπόν: βασισμένη στο μυθιστόρημα του Γκαζμέντ Καπλάνι, η ομώνυμη παράσταση που παρουσιάζεται στο θέατρο «Πόρτα» κάθε Τετάρτη, Πέμπτη και Κυριακή, σε σκηνοθεσία του Παντελή Φλατσούση, εντάσσεται στο είδος του θεατρικού ντοκιμαντέρ, τα εργαλεία του οποίου αξιοποιεί για να εντείνει μερικές ακόμα αντιθέσεις. Οι δύο κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι, βέβαια, παρόντες: ο Καρλ και ο Φρεντερίκ, δύο αδέρφια από το επινοημένο Τερς της Αλβανίας, συναντιούνται μετά από χρόνια στη γενέτειρά τους, ενόψει της κηδείας του μέχρι τέλους ανυποχώρητου κομμουνιστή πατέρα τους. Ο Καρλ έχει αμφισβητήσει τη χώρα του, έχει ζήσει, από ανάγκη ή επιλογή, κάτω από άλλους ουρανούς· ο Φρεντερίκ μένει επιεικώς πιστός στις παραδόσεις και στο σπίτι που γεννήθηκε, και είναι συναισθηματικός· οι εκδοχές τους για το παρελθόν είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και τα ανομολόγητα απωθημένα τους αντανακλούν αντιπαρατιθέμενες στάσεις ζωής.

Την ίδια στιγμή όμως, η σκηνοθεσία του Παντελή Φλατσούση, η δραματουργία των Παναγιώτας Κωνσταντινάκου και Ελενας Τριανταφυλλοπούλου, οι ερμηνείες των Ελιο Φοίβου Μπέικο, Ντέμπορα Οντόγκ και Θωμά Σιέκα στοχεύουν, εκτός από το δίπολο της μετακίνησης και της εγκατάστασης, να φωτίσουν και εκείνο της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας: πλάι στις εξιστορήσεις του Γκαζμέντ Καπλάνι, μετανάστη πρώτης γενιάς, ακούγονται οι εμπειρίες των ηθοποιών –μετανάστες δεύτερης γενιάς εκείνοι– σε μια χώρα υποδοχής που όπως η Ελλάδα, δεν έγινε απαραίτητα πιο συμπεριληπτική λόγω του μεταναστευτικού φαινομένου.

Επιστρατευμένη για να υποστηρίξει τον συγκεκριμένο στόχο, η χρήση της ζωντανής αναμετάδοσης μέσω καμερών συνιστά μια ακόμα αλληλοδιαπλοκή, εν προκειμένω με την «αδιαμεσολάβητη» ερμηνεία των ηθοποιών και, πάντως, όχι ασύνδετη με εκείνες μεταξύ ατομικού και συλλογικού βιώματος ή μεταξύ ιστορίας και καθημερινότητας που επιχειρεί να υπογραμμίσει η παράσταση.