ΒΙΒΛΙΟ

Ζώντας στην αγέλη των λύκων της Βαϊμάρης

Ματιά στη γερμανική κοινωνία μιας ζοφερής περιόδου

zontas-stin-ageli-ton-lykon-tis-vaimaris-561651496

HANS FALLADA
Λύκος ανάμεσα σε λύκους
μτφρ.: Ιωάννα Αβραμίδου,
Αθήνα, Gutenberg, 2021
σελ. 1.600 (δίτοµο)

Πεθαίνοντας το 1947, ο Ρούντολφ Βίλχελμ Φρίντριχ Ντίτσεν είχε ήδη καταφέρει να ζήσει 54 χρόνια, να παντρευτεί δυο φορές, να αποκτήσει τρία παιδιά, να επιζήσει αφού πρώτα σκότωσε τον Ντίτριχ –συνομήλικο δεκαοχτάχρονο φίλο με τον οποίο είχαν συνάψει σύμφωνο αυτοκτονίας–, να γίνει πότης, μορφινομανής, καταθλιπτικός, περιστασιακός τρόφιμος ψυχιατρείων και τελικά ένας από τους πιο αναγνωρισμένους Γερμανούς συγγραφείς. Συνδέοντας για λογοτεχνικό ψευδώνυμο ονόματα από δύο παραμύθια των αδελφών Γκριμ –του Χανς από το «Hans in Luck» και του Φάλαντα, του μαγικού αλόγου που μιλάει στο «The Goose Girl»– έγινε ο Χανς Φάλαντα που ο αγγλοσαξονικός κόσμος γνώρισε ήδη από το 1932 και το ελληνικό κοινό συνάντησε το 2008, μετά την κυκλοφορία από τις εκδόσεις Πόλις του «Μόνος στο Βερολίνο».

Η Γερμανία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, συνιστά τον καμβά για το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους» που, μαζί με άλλα έργα μετά τον θάνατό του, δικαιολόγησαν την ύπαρξη ενός μουσείου και ενός λογοτεχνικού βραβείου στο όνομά του. Η μεταφορά των μακροοικονομικών παραγόντων της εποχής στο επίπεδο του ατόμου –δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και γαλλική κατοχή της βιομηχανικής καρδιάς της Γερμανίας, της Ρουρ–, ανοίγουν όλους τους δρόμους προς τον κλονισμό θεμελιωδών κοινωνικών και ανθρωπιστικών αξιών, την ηθική καταρράκωση, την απογοήτευση, τη μιζέρια, την αγωνία για ζωή, την κάθε λογής εκπόρνευση των ανθρώπων που προσπαθούν να επιβιώσουν σωματικά και ψυχολογικά εν μέσω της αδιανόητα ασταθούς αξίας του γερμανικού μάρκου λόγω του αχαλίνωτου υπερπληθωρισμού.

Κατά τον Φάλαντα, η εποχή ήταν «λαίμαργη, εποχή των λύκων. Οι γιοι έχουν στραφεί εναντίον του γονιών τους – ζήτω ο δυνατός! Θάνατος στον αδύναμο!».

Εξαθλιωμένοι «εκατομμυριούχοι» με το ένα δολάριο σε ισοτιμία 4 εκατ. μάρκων οδηγούν στην «απελπιστική κατάσταση ενός απελπισμένου λαού» όπου «ο κάθε απελπισμένος συμπεριφέρεται απελπιστικά. Χαοτική, παράλογη εποχή…». Μαζί με άλλους παράγοντες της ευρωπαϊκής πραγματικότητας της εποχής, οδηγούν και στην επικράτηση των ναζί και… κατόπιν εορτής μας δίνουν το «Μόνος στο Βερολίνο».

Στο δίτομο βιβλίο που εκδίδεται το 1938, ο Φάλαντα περιγράφει τα παραπάνω με τρόπο που θυμίζει Ντοστογιέφσκι και Ντίκενς, ενώ επιλέγει τον τίτλο «Λύκος ανάμεσα σε λύκους», χρησιμοποιώντας το ζώο που καμαρώνει στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης εδώ και χιλιάδες χρόνια αντιπροσωπεύοντας τη φύση, τον εξωτερικό, ανεξέλεγκτο, παρορμητικό και κάπως τρομακτικό παράγοντα. Από τον λυκάνθρωπο στις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου και τους χριστιανικούς συμβολισμούς –ποιμένας, πρόβατο, λύκος– μέχρι τις μεσαιωνικές διαβολικές εμφανίσεις και τα «παραμύθια» των Γκριμ, η αμφισημία στο συμβολικό περιεχόμενο του λύκου δημιουργείται μόνο με την εμφάνισή του στη μυθολογική ιστορία του Ρωμύλου και του Ρέμου που τους θήλασε μια λύκαινα και κυρίως με τον σεβασμό που του αποδίδουν οι σκανδιναβικές σάγκες και οι γερμανικοί μύθοι.

Με αυτή την αμφισημία ο Γκαίμπελς δουλεύει τις προπαγανδιστικές εικόνες ήδη από το 1928 –«Και σαν αγέλη λύκων, εισβάλλουμε και παίρνουμε τα πρόβατα»– ο Χίτλερ υιοθετεί το ψευδώνυμό του (Λύκος/wolf) και ο Χίμλερ δημιουργεί τους παραστρατιωτικούς werwolf. Αγριος, επιθετικός αλλά και πιστός, αφοσιωμένος, είναι οι ιδιότητες που αποδίδει το φαντασιακό των ναζί στον λύκο και χρησιμοποιείται για να οξύνει την εικόνα των εθνικοσοσιαλιστών. Είναι και το όνομα που δίνει ο Φάλαντα στον έναν εκ των πρωταγωνιστών που συναντάμε από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, τον Βόλφγκανγκ Πάγκελ.

Κριτικοί λογοτεχνίας σημειώνουν ότι ο τίτλος παραπέμπει στη θεωρία του Αγγλου φιλοσόφου και θεωρητικού της έννοιας του κράτους, Τόμας Χομπς και στην αντίληψή του περί φυσικού δικαίου της κοινωνίας που με τη δήλωση «homo homini lupus» («Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο» στα έργα «De Cive» και «Λεβιάθαν») περιγράφει τη φυσική κατάσταση του ανθρώπου και υποδηλώνει το ατομικιστικό φυσικό ον, την απουσία ανθρωπιάς στη φύση του ανθρώπου. Οι συνέπειες που προκύπτουν από αυτή την κατάσταση είναι ο «αγώνας όλων εναντίον όλων» ή κατά Φάλαντα, «είναι λαίμαργη εποχή, εποχή των λύκων. Οι γιοι έχουν στραφεί εναντίον του γονιών τους – ζήτω ο δυνατός! Θάνατος στον αδύναμο!».

Ωστόσο ο Βόλφγκανγκ Πάγκελ, όπως και οι περισσότεροι στο πανόραμα των χαρακτήρων που αναπτύσσονται στο βιβλίο είναι το γνωστό, καθημερινά αναγνωρίσιμο στη μαζική κλίμακα κράμα ανθρωπιάς και απανθρωπιάς, ευθύνης και ανευθυνότητας, πονηριάς και αφέλειας, καλοσύνης και κακίας, ευαισθησίας και αναισθησίας, δύναμης και αδυναμίας – όντων έρμαιων τελικά μιας αναπόδραστης, αντικαντιανής ανθρωπινότητας, όποιο από τα χαρακτηριστικά κι αν παίρνει το πάνω χέρι σε «καιρούς ζοφερούς». Κάπως έτσι θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει και τον άνθρωπο και συγγραφέα Χανς Φάλαντα που συνεργάστηκε, συμμετέχοντας σε περιοδείες προπαγάνδας, γράφοντας ή αναθεωρώντας με γνώμονα την επίσημη ιδεολογία, έγραψε τον γιο του στη Χιτλερική Νεολαία και είπε για τους Εβραίους ότι «τα προβλήματά τους δεν είναι δικά μας» αλλά που επίσης ήταν ανάμεσα σε αυτούς που έδωσαν χρήματα για την απόδραση του Μπέρτολτ Μπρεχτ και άλλων ανθρώπων κυνηγημένων από τους ναζί.

Ηθικά ζητήματα

«Εσωτερικός μετανάστης», σύμφωνα με τον όρο που επινόησε ο μυθιστοριογράφος Φρανκ Τίες σε αντίστιξη με τους «εξόριστους συγγραφείς» της εποχής και ως απάντηση στον Τόμας Μαν που υποστήριζε ότι όλα τα λογοτεχνικά έργα που εκδόθηκαν επί Χίτλερ βρωμούσαν «Blut und Schande» («αίμα και ντροπή») και θα έπρεπε να καταστραφούν. Ο Φάλαντα έκανε ό,τι έκαναν όλοι οι «εσωτερικοί μετανάστες», άλλος σε μικρότερο κι άλλος σε μεγαλύτερο βαθμό. Τα ηθικά ζητήματα που περιβάλλουν την «εσωτερική μετανάστευση» αποτελούν εδώ και καιρό αντικείμενο συζήτησης και ο Τόμας Μαν ήταν ένας πολύ αυστηρός άνθρωπος. Ευτυχώς το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους» δεν καταστράφηκε.

zontas-stin-ageli-ton-lykon-tis-vaimaris0
Οι περιγραφές του Φάλαντα θυμίζουν Ντοστογιέφσκι και Ντίκενς.