ΜΟΥΣΙΚΗ

«Χειμωνιάτικο ταξίδι» συγκινητικό όσο και έντονα θεατρικό

Ο Γερμανός βαρύτονος Ματίας Γκέρνε επέστρεψε στις 4 Δεκεμβρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» με το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σούμπερτ

cheimoniatiko-taxidi-sygkinitiko-oso-kai-entona-theatriko-561654088

Αγαπητός στο αθηναϊκό κοινό, ο Γερμανός βαρύτονος Ματίας Γκέρνε επέστρεψε στις 4 Δεκεμβρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» για έναν ακόμα κύκλο τραγουδιών, συγκεκριμένα το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σούμπερτ. Συνοδοιπόρος του στο πιάνο ήταν ο Κρίστοφ Eσενμπαχ.

Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε που τον Ιούλιο του 2014 τα τραγούδια αυτά είχε παρουσιάσει στην ίδια αίθουσα το σύνολο «Κύκλος» υπό τον Θεόδωρο Κουρεντζή. Σολίστ ήταν τότε ο τενόρος Κιθ Στόναμ, το δε έργο είχε παρουσιαστεί στην εκδοχή του Γερμανού συνθέτη Χανς Τσέντερ (1993). Στόχος της ορχηστρικής επεξεργασίας του Τσέντερ είναι η ανάδειξη του συναισθηματικού κόσμου κάθε τραγουδιού συχνά μέσα από έναν αρκετά απρόσμενο συνδυασμό οργάνων, άρα και ηχοχρωμάτων, όπως επίσης μέσα από αναφορές σε έργα άλλων συνθετών, οι οποίοι, όπως ο Σούμπερτ, αναζήτησαν στη μουσική τους τη σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο.

Ο Ματίας Γκέρνε, επί δεκαετίες εξοικειωμένος με το είδος του γερμανικού τραγουδιού του 19ου αιώνα, επιτυγχάνει το ίδιο, με μόνο μέσον τη φωνή του. Μια φωνή, η οποία με το πέρασμα του χρόνου έχει γίνει πιο πλούσια και συμπαγής και κινείται με μεγαλύτερη φυσικότητα ειδικά στη χαμηλή περιοχή της. Μια φωνή, η οποία χωρίς να έχει χάσει το ωραίο ηχόχρωμά της αξιοποιεί τα σημάδια του χρόνου με τον πιο εκφραστικό τρόπο, καθώς κάθε «ρυτίδα» της προσθέτει φωτοσκιάσεις σε καθένα από τραγούδια του κύκλου.

Η πάντα ωραία φωνή του Γκέρνε αξιοποιεί τα σημάδια του χρόνου με τον πιο εκφραστικό τρόπο.

Καθώς απέδωσαν τον κύκλο στο σύνολό του, πιανίστας και βαρύτονος επέλεξαν μια προσέγγιση περισσότερο θεατρική απ’ ό,τι συνηθίζεται. Oχι μόνο ως προς την έντονη φυσική κίνηση του βαρύτονου, η οποία «οπτικοποιούσε» με χαρακτηριστική μουσικότητα την κίνηση της μουσικής, αλλά και ως προς το καθαρά δραματουργικό μέρος, ερμηνεύοντας κάποια από τα είκοσι τέσσερα τραγούδια σχεδόν χωρίς διακοπή ή βάζοντας λίγο μεγαλύτερες παύσεις ανάμεσα σε άλλα. Σχημάτισαν έτσι και νοηματικές ενότητες, οι οποίες άρθρωσαν τον κύκλο σε «υποκεφάλαια».

Η μεγάλη εξοικείωση του Γκέρνε με τη συγκεκριμένη μουσική φάνηκε στις λεπτομέρειες, χάρη στις οποίες, άλλωστε, ξεχώρισε η ερμηνεία του. Χαρακτηριστικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο απέδωσε μέσα από το δεμένο τραγούδι του τον κυματισμό των νερών του ρυακιού στο έκτο τραγούδι, την «Πλημμύρα»: αυξομειώνοντας ανεπαίσθητα την ένταση και την ταχύτητα, προσέθετε παλμό στη μουσική και με τον τρόπο αυτό «εικονογραφούσε» το ζητούμενο αποκλειστικά με μουσικά μέσα, ακόμα και για όποιον δεν κατανοούσε το κείμενο. Τα δραματικά ξεσπάσματα σε τραγούδια όπως το «Πάγωμα» ή το «Πρωινό με καταιγίδα» έρχονταν σε έντονη αντίθεση με τον εσωτερικό λυρισμό τραγουδιών όπως η «Φλαμουριά» ή το «Πανδοχείο». Οι έντονες αυτές εναλλαγές διάθεσης επέτειναν τη αίσθηση της αγωνίας και της απόγνωσης του «αφηγητή».

Στο ταξίδι αυτό ο Ματίας Γκέρνε βρήκε εξαιρετικό συνοδοιπόρο στην τέχνη του 81χρονου Κρίστοφ Eσενμπαχ. Από την πρώτη στιγμή ο έμπειρος πιανίστας στάθηκε στο πλευρό του, υπογραμμίζοντας τις επιλογές του τραγουδιστή αλλά, ταυτόχρονα, αναδεικνύοντας την εκφραστική δύναμη της μουσικής του Σούμπερτ ανεξάρτητα από τον λόγο.