ΒΙΒΛΙΟ

Ο άνθρωπος, το πραγματικό και το θεϊκό

Μια ερμηνεία του Ζωρζ Μπατάιγ για τον κόσμο και την ύπαρξη

Ο άνθρωπος, το πραγματικό και το θεϊκό

ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ
Θεωρία της θρησκείας
μτφρ. Χρήστος Η. Γεμελιάρης
εκδ. ύψιλον/βιβλία, 2022, σελ. 136

Από τον τίτλο και μόνον αυτού του μικρού δοκιμίου, «Θεωρία της θρησκείας», αφηνόμαστε για μια στιγμή να παρασυρθούμε στο πεδίο των συγκροτητικών ερωτημάτων της θρησκείας, της σωτηριολογίας, του κοινωνικού ρόλου της, της καταγωγικής αρχής ή της λειτουργίας της. Για τον Ζωρζ Μπατάιγ, όμως, κάθε υποθετική αναφορά σε ένα γενικό τοπίο του παρελθόντος σαν να ήταν παρόν αποτελεί ανοησία. Η αναπαράσταση του σύμπαντος χωρίς τον άνθρωπο ή η απόδοση νοήματος αποκομμένη από τη συνείδηση που νοηματοδοτεί, όλα αυτά δεν είναι παρά αυθαιρεσίες και συντελούνται με ένα ποιητικό άλμα, μια κίνηση που υποκαθιστά «το μηδέν της άγνοιας με μια μη διακριτή επιφοίτηση».

Χωρίς την ιδέα του θείου δεν θα είχαμε καταφέρει να εργαλειοποιήσουμε τον κόσμο και να τον οργανώσουμε ορθολογικά.

Ο Μπατάιγ, σημαντικός Γάλλος λογοτέχνης και στοχαστής του 20ού αιώνα, καταθέτει μια περίτεχνη κοσμοθεωρία κάνοντας μια σημασιολογική μετάθεση από ό,τι αυτόματα μπορεί κανείς να σκεφτεί ως θεωρία της θρησκείας. Στην κοσμοθεωρία του η έννοια του θείου έχει αναγκαία κεντρικό ρόλο, καθώς χωρίς αυτή την ιδέα, ο άνθρωπος δεν θα είχε καταφέρει να εργαλειοποιήσει τον κόσμο και να τον οργανώσει ορθολογικά. Δεν θα είχε χτίσει ένα σύνολο καθολικών ηθικών αρχών ή ένα δικαιικό σύστημα. Το θεϊκό και ιερό δεν εξαρτάται από τη χρονική διάρκεια, δεν επηρεάζεται από τη μεταβλητότητα της ύλης. Και έτσι, ο άνθρωπος κατορθώνει, αντιπαρατιθέμενος, να μετατραπεί ο ίδιος σε εργαλείο με απώτερο σκοπό την παραγωγή· ένα πράγμα μεταξύ άλλων, ένα πράγμα μέσα στον κόσμο των πραγμάτων.

Χωρίς ρητές αναφορές στην Ιστορία, την πολιτική ή την ανθρωπολογία, αλλά σε ένα βαθιά φιλοσοφικό –αλλά και πολιτικό τελικά– κείμενο, ο συγγραφέας διαγράφει την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού. Μιλώντας με αδρές γραμμές για την ανθρωπολογία που σχηματίζεται στη «Θεωρία της θρησκείας», ο άνθρωπος διακρίνει τον εαυτό του από τον ζωικό κόσμο, από την εμμένεια της ζωικής ζωής, και επιβεβαιώνει τη δύναμή του να αποστασιοποιείται από αυτόν με τη θυσία, με την ιερή γιορτή, μέσα στην κοινότητα της θρησκείας, με την υπεροχή τού πνεύματος ή των πνευμάτων. Ο πραγματικός κόσμος μετατρέπεται σε υπόλειμμα του θεϊκού, και αυτός ο τελευταίος εξαπλώνεται επικίνδυνα. Και όσο εξαπλώνεται, τόσο η αντίσταση στη μη διακριτή μυχιότητα, στη ζωική ζωή, αλλά και η ανάγκη διαρκούς επανεπινόησης μιας υπερβατικότητας, ξεχειλίζουν την εσωτερική βία, η οποία τώρα ξεσπά και εκδηλώνεται προς τα έξω. Ο άνθρωπος στρέφεται στον πόλεμο.

Με τον πόλεμο, ο άνθρωπος που αντιμετώπιζε την ύπαρξη σαν πράγμα, περνάει στο επόμενο στάδιο της πολιτισμικής του ανάπτυξης και μετατρέπει τον ίδιο τον άνθρωπο όχι απλά σε εργαλείο, αλλά σε εμπόρευμα. Η καθυπόταξη του ανθρώπου από άνθρωπο, η βία, καθιστά την ίδια την ανθρωπότητα ένα πράγμα στον κόσμο των πραγμάτων. «Το ιερό κύρος που ιδιοποιείται [ο πολεμιστής] είναι το πρόσχημα ενός κόσμου, που, κατά βάθος, έχει μετατραπεί σε αξία χρήσης».

Ο άνθρωπος, το πραγματικό και το θεϊκό-1

Περάσαμε έτσι από τον αρχαϊκό κόσμο στην εποχή της στρατιωτικής τάξης και ύστερα στην αυτοκρατορία των πραγμάτων, η οποία επιδιώκει να έχει χαρακτήρα καθολικό. Εδώ, αναπτύσσεται το δίκαιο και εγκαθιδρύεται η ηθική για τη διασφάλιση της σταθερότητας και την ενίσχυση της συσσώρευσης. Εμφανίζεται και κυριαρχεί ο δυϊσμός, ο οποίος ορίζει το καλό τοποθετώντας το στην πλευρά του πνεύματος, του θεϊκού, του ιερού, ενώ ταυτόχρονα εξορκίζει την αρχή του κακού και της ύλης. Πρόκειται για «μια αυτοκρατορία της τάξης της πραγματικότητας όπου κυριαρχεί η υποτέλεια». Ο δυϊσμός θα οδηγήσει, τελικά, στον αποκλεισμό του αισθητού κόσμου βάσει ορθολογικών κριτηρίων, κατά τη μεταβατική εποχή της μεσολάβησης. Για να ακολουθήσει, έπειτα, το βασίλειο των αυτόνομων πραγμάτων, ο κόσμος της βιομηχανίας, όπου η παντελής αποκοπή των σχέσεων θεϊκού και πραγματικού έχει ως αποτέλεσμα την απόλυτη αποσύνδεση του ανθρώπου από τα έργα του και την άρρηκτη σύνδεσή του με την τάξη της πραγματικότητας.

Ο Μπατάιγ, με το ιδιαίτερο στυλ του, κατορθώνει να χτίσει, μέσα σε τόσο λίγες σελίδες, μια ολοκληρωμένη ερμηνεία για τον κόσμο και την ύπαρξη. Πρωτότυπη, ιδιαίτερη ερμηνεία, την οποία ο ίδιος θέλησε να αφήσει ανοιχτή με τέτοιο τρόπο ώστε οι αναγνώστες του, μέσα από αυτή, να κατανοήσουν και να προβάλουν πάνω της τις δικές τους σκέψεις, τα δικά τους αναγνώσματα. Σε κάθε στιγμή της σύνθεσής του, ο συγγραφέας αντιπαραθέτει το θεϊκό με το πραγματικό, θέτοντας πάντα ως άξονα τον άνθρωπο, τη συνείδηση που νοηματοδοτεί τον κόσμο. Σε κάθε στιγμή της σύνθεσής του, ο Μπατάιγ θυμίζει τη σημασία μιας ξεχασμένης έντασης, μιας ελεύθερης κίνησης που «αναλύεται σε δάκρυα, εκστασιάζεται και ξεσπάει σε γέλια, φανερώνοντας με το γέλιο, την έκσταση ή τα δάκρυα το αδύνατο».