ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι νέοι πεζογράφοι στο περιοδικό «Διαβάζω»

Με ένα εκτενές αφιέρωμα στους πρωτοεμφανιζόμενους πεζογράφους στα ελληνικά γράμματα κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του μηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω». Το αφιέρωμα, το οποίο επιμελήθηκε ο Ηλίας Μαγκλίνης, επιχειρεί μια επιλογή από τα νέα ονόματα που «αφίχθηκαν» το 2000 και το 2001 και τα οποία με τον έναν ή άλλον τρόπο προκάλεσαν την προσοχή και διεκδίκησαν την λογοτεχνική καταξίωση. Τα τελευταία χρόνια η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή τροφοδοτεί την αγορά με νέα ονόματα σε μεγαλύτερη συχνότητα. Ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι «επενδύουν» σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς ελπίζοντας ότι ένας στους πέντε, τουλάχιστον, θα «αποδώσει» μελλοντικά. Κυρίαρχες τάσεις τα τελευταία χρόνια, η ίση, σχεδόν, εκπροσώπηση των φύλων, η μείωση ή η περιθωριοποίηση (λόγω κόπωσης) της «ροζ» λογοτεχνίας, η ανάδυση της νέας αστικής λογοτεχνίας (με «νουάρ» ή «αλμοδοβαρικές» καταστάσεις), η αντίστοιχη εμφάνιση πεζογράφων με «επαρχιακές» μνήμες, η αντοχή του ρεύματος της ιστορικής αναπαράστασης και της οικογενειακής σάγκας, η περιπτωσιολογία που ως «στιγμιότυπο» φωτίζει το «μεγάλο» και η εμφάνιση λογοτεχνών από μικρά και μεσαία αστικά κέντρα. Παρουσιάζονται και ανθολογούνται με σύντομα κριτικά σχόλια οι πεζογράφοι Ιωσήφ Αλυγιζάκης («Η αναγνώριση του πτυχίου»), Παντελής Γεωργίου («Το σκοτεινό παιχνίδι των αγγέλων»), Λευτέρης Γιαννακουδάκης («Τρέξε, μύγα, χτύπα το τζάμι»), Σέργιος Γκάκας («Κάσκο»), Σταμάτης Ε. Δαγδελένης («Μικρή μυθολογία»), Μαρία Ευθυμίου («Καθούρι ήταν και πέρασε»), Δημοσθένης Καμπούρης («Στη βροχή με μηχανάκι»), Βασιλική Κάππα («Η δίαιτα της ύαινας»), Παντελής Κοντογιάννης («Συνεπιβάτες»), Βασίλης Κυριλλίδης («Αναστρέψιμα υλικά»), Αλέκα Λάσκου («Χάρντκορ»), Νίκος Ι. Μεγαδούκας («Ο Τάφος του Κικέρωνα»), Αλέξανδρος Ντερπούλης («Στη σκιά των πύργων») Χρίστος Ντόκας («Σόλο Τόλιο»), Φανή Παπαγεωργίου («Το μηδέν και το ένα»), Μάρα Σέη («Μόνο γυναίκες»), Ασπασία Σιγάλα («Ο πρίγκιπας ξεθώριασε στο πλύσιμο»), Δημήτρης Στεφανάκης («Φρούτα εποχής»), Αστέριος Τσίκρας («Μάτζικ θα πει μαγεία»), Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης («Οι τέσσερις τοίχοι»), Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου («Μικρή πόλη, μεγάλα μυστικά»). Δεν συμπεριλαμβάνονται (αλλά αναφέρονται) η Τατιάνα Αβέρωφ που έκανε επιτυχία με «Το Ξέφωτο» (εκδ. Κέδρος), η -γνωστή από το μεταφραστικό της έργο- Αννα Παπασταύρου με το αστυνομικό «Τέλος καλό, όλα καλά» (εκδ. Πατάκης) και ο Ντίνος Γιώτης με το «e-mail» (εκδ. Πατάκης).

Δεν πιστεύω ότι το έργο «1980 -ένα κομμάτι της Πίνα Μπάους» ήταν σωστή επιλογή για το φεστιβαλικό Ηρώδειο. Η παρουσία του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός, όμως όλοι οι διαπλεκόμενοι της μετάκλησης θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι οι κερκίδες δεν αντέχουν μια θέαση -οιοδήποτε θέαμα- διαρκείας… τεσσάρων ωρών! Με ή χωρίς καύσωνα. Ηταν άδικο που το Αμφιθέατρο έχασε την Κυριακή 8/7 περισσότερους από τους μισούς θεατές στις 11 το βράδυ με το διάλειμμα, άλλο αν η διαρροή είχε αρχίσει από τις 10.15′. Το έργο per se αποδεικνύεται ότι δεν έχει γίνει «κλασικό» δεν έχει ξεπεράσει τους νεωτερισμούς τού τότε και τα όποια «κόλπα» του έχουν τόσο αντιγραφεί ώστε δεν ξέρεις αν μια αναβίωση αποτελεί vienx jeux ή deja vu! Με τη χορογραφία να περιορίζεται στο έπακρον, τη θεατρική ευρηματολογία, τη φλυαρία σε πολλές γλώσσες (και ελληνικά), την ανεκδοτολογία και τις τολμηρότητες να μην μας ξαφνιάζουν άλλο πια, μάλλον να μας διασκεδάζουν με κάποια αφέλεια – με τα γυμνά να μην εντυπωσιάζουν και τα ντυμένα να αποτελούν σήμα κατατεθέν, όλα αυτά μαζί και το καθένα χωριστά σε αυτό το «Κομμάτι» χαστούκι στην μπουρζουαζία τού «τότε» αντιμετωπίζεται ψυχρά και δύσπιστα «τώρα». Οσο για το υπέροχο φοξ-τροτ, στο οποίο ο θίασος επιμένει με τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις περιφερόμενος σε σκηνή, ορχήστρα και κερκίδες (κάτι σαν μεταφερόμενη… «Μακαρένα») αποτελεί πάντα στοιχείο αναφοράς απολαυστικό που επαναλαμβάνεται ad mauseam, οπότε κάποιος ευφάνταστος αφηγητής αναπλάθει το opus Μπάους. Κάτι σαν τη μακάρια πορεία των ηρώων της ταινίας του Μπουνιουέλ «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», που επανερχόταν σε όλη τη διάρκεια του φιλμ. Ενα «κομμάτι της Πίνα Μπάους» του 2000 για το εγγύς μέλλον, παρακαλώ!