ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΠΡΟ-ΒΟΛΕΣ

Δεν ήταν η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν καν η αληθινή Ορχήστρα της Υόρκης. Ηταν η ορχήστρα του πανεπιστημίου της αγγλικής αυτής πόλης. Κι όμως, έδωσε μια συναυλία, σχεδόν συγκλονιστική.

Φυσικά, αυτό δεν αφορά την «ίσο προς ίσο» σύγκρισή της με τις συναυλίες που δίνουν τα μεγάλα συμφωνικά σύνολα του κόσμου. Ούτε η μουσικότητα, ούτε ο ήχος, ούτε το «δέσιμο», ούτε η ακρίβεια, ούτε η ευελιξία οποιασδήποτε πανεπιστημιακής ορχήστρας μπορούν να συγκριθούν με εκείνες ενός μέσου ή πολύ περισσότερο, ενός κορυφαίου επαγγελματικού συνόλου.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, το παίξιμο των Αγγλων φοιτητών είχε ποιότητες τις οποίες, λ.χ. δεν συναντάς κάθε μέρα στις επαγγελματικές ορχήστρες της Ελλάδας: Ανάμεσά τους, σοβαρότητα, συνέπεια. Αφού δεν ήταν λοιπόν η ίδια η μουσική ερμηνεία, τι ήταν εκείνο που έκανε την εν λόγω συναυλία να μοιάζει τόσο σημαντική; Ηταν το μοναδικό πράγμα που στη μουσική έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία και από το πώς παίζει κανείς: Το πώς προετοιμάζεται γι’ αυτό. Στο γοητευτικό κηποθέατρο «Αγγελος Σικελιανός» της Λευκάδας, η Ορχήστρα του Πανεπιστημίου της Υόρκης ερμήνευσε ένα πρόγραμμα που, μεταξύ άλλων, περιελάμβανε και την Ογδοη Συμφωνία του Μπετόβεν, καθώς και τραγούδια σε ποίηση Καβάφη, που μελοποίησε ο διευθυντής της, Ντέιβιντ Μπλέικ. Αν εξαιρέσει κανείς το δυσάρεστο και (για τα δεδομένα της μουσικής παράδοσης του νησιού) παράξενο γεγονός ότι οι μουσικοί ήταν μάλλον λίγο περισσότεροι από το κοινό, η συναυλία ήταν στ’ αλήθεια μια «μαγεία», ειδικά με την πρωτογενή φυσικότητα που της έδινε ένα σκηνικό που περιελάμβανε μπουγάδες, αυλές και ταράτσες γύρω γύρω, που όμως σέβονταν τη μουσική.

Μέσα από τον ανώριμο αλλά έντιμο και γεμάτο συνεπή προσπάθεια ήχο των φοιτητών, μέσα από τη συγκρατημένη μα φανερή αγωνία τους αν τους παρατηρούσε κανείς έναν προς έναν, μέσα από την εικόνα του συνόλου που απέπνεε την πειθαρχία μιας μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας και την αίσθηση αποστολής μιας ακόμη μεγαλύτερης, έβλεπε κανείς το πώς χτίζεται μέρα με τη μέρα η μουσική παράδοση στις χώρες που πραγματικά ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Δεν είναι μόνον ότι, από τους περίπου 80 αυτούς μουσικούς θα βγουν αύριο ένας, δύο ή πέντε σημαντικοί επαγγελματίες. Είναι και ότι από τους υπόλοιπους, θα βγουν εξήντα ή εβδομήντα οικογένειες, οι οποίες θα έχουν μάθει να αγαπούν τη μουσική και να τη σέβονται, με έναν τρόπο αληθινό και συμμετοχικό, εν τέλει δημιουργικό, που δεν θα τους μάθαινε ποτέ καμιά σειρά συναυλιών – ψευτοκοσμικών events, όσο μεγάλοι και αν ήταν οι συντελεστές της.

Κι έτσι ακριβώς, επί των ερασιτεχνών χτίζεται ο πραγματικός πολιτισμός. Γι’ αυτό έχει και μια σχεδόν ανεξήγητη χαρά, όπως όταν κάποιος διψασμένος πίνει νερό. Και μπράβο στους ανθρώπους της Λευκάδας που το κατάλαβαν…