ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Πρώτος μπάτσος», αλλά όχι τελευταίος

protos-mpatsos-alla-ochi-teleytaios-2291293

Στέκεται με το κεφάλι σκυμμένο και το βλέμμα στο σημείο από όπου έφυγε εκείνος. Ορθια δίπλα στο σκαμπό της, με τoν δείκτη της διπλωμένο στο μάγουλό της, ενώ η δική του καρέκλα βρίσκεται αναποδογυρισμένη στο πάτωμα δίπλα στο σπασμένο πιάτο. Το κρασί του και το κομμάτι ψωμιού, άθικτα πάνω στο τραπέζι. «Ο πρώτος μπάτσος» (από την μπάτσα, το χαστούκι) είναι ένας μακρόστενος σχετικά μικρού μεγέθους πίνακας του Θεόδωρου Ράλλη φτιαγμένος περίπου το 1908-1909 και βρίσκεται στην εξαιρετική έκθεση του Ιδρύματος Θεοχαράκη με τίτλο «Αρωμα γυναίκας» μαζί με συζύγους, ερωμένες, μορφωμένες κυρίες, μάνες. Η έκθεση είναι αφιερωμένη σε αυτό που λέει ο τίτλος της, στη γυναίκα σε όλες της τις εκφάνσεις, έτσι όπως έχει αποτυπωθεί στη νεοελληνική ζωγραφική από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, και έχει κανείς τη δυνατότητα να δει μεγάλους Ελληνες ζωγράφους, παλαιότερους και σύγχρονους. Η γυναίκα άλλωστε αποτελεί και ένα εξαιρετικά δημοφιλές και επίκαιρο θέμα εξαιτίας των διαστάσεων που έχουν πάρει οι κατηγορίες για τη σεξουαλική κακοποίηση κυρίως στις ΗΠΑ και τη γιγάντωση του κινήματος #MeToo.

Σε μια τέτοια εποχή, λοιπόν, πίνακες, όπως αυτός του Ράλλη, κατά πόσον συνομιλούν με τη σημερινή θέση της γυναίκας; Κατά πόσον ένας πίνακας που δείχνει τη βιαιοπραγία –ο τίτλος «Ο πρώτος μπάτσος» είναι τόσο εύστοχος καθώς συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει και δεύτερος και τρίτος– και μάλιστα το θύμα να παρουσιάζεται τόσο όμορφο, χωρίς κανένα σωματικό σημάδι παρά την υποτακτική στάση του κορμιού, να εκτίθεται μαζί με θέματα που εξυψώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη, όπως ο έρωτας; Ανήκει σε ένα σκοτεινό κομμάτι του παρελθόντος και εκτίθεται ως τέτοιο;

«Τι θέλαμε να δείξουμε»

Oπως λέει η επιμελήτρια της έκθεσης, Λαμπρινή Καρακούρτη, «αυτό που θέλαμε να δείξουμε είναι η θέση της γυναίκας και ο τρόπος που την αντιμετώπιζε ο άνδρας, και φυσικά αυτός ο πίνακας έπρεπε να μπει». Ο οριενταλιστής Ράλλης δεν ήθελε να κριτικάρει, ήθελε να καταγράψει ένα συνηθισμένο γεγονός φτιάχνοντας «έναν πανέμορφο πίνακα, που εξιδανικεύει την κατάσταση κρύβοντας την κοινωνική διάσταση του φαινομένου καθώς δεν τον ενδιέφερε», εξηγεί η κυρία Καρακούρτη, επισημαίνοντας ότι τέτοια ήταν η θέση της γυναίκας, υποδεέστερη και υποτακτική και ίσως «στην Εθνική Πινακοθήκη θα μπορούσε ο πίνακας αυτός να είχε ξεχωριστό χώρο μαζί με άλλα έργα που θα έδειχναν τις έμφυλες διακρίσεις, αλλά αυτό θα μπορούσε να γίνει σε μια μόνιμη συλλογή και όχι σε μια περιοδική έκθεση σαν αυτή».

Δεν θα μπορούσε κανείς να ξέρει τι σκέφτεται μια γυναίκα-θύμα κακοποίησης που επισκέφθηκε την έκθεση και είδε το μαρτύριό της κρεμασμένο στον τοίχο (σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων το 84% των γυναικών που κατάφεραν να ζητήσουν βοήθεια αφορούσε ενδοοικογενειακή βία από τον σύζυγο, το 74% ήταν μητέρες, το 30% εργαζόμενες, το 50% ηλικίας 25-54 ετών), τα παιδιά όμως που μέσω των σχολείων τους είδαν την έκθεση, είχαν να πουν πολλά και το κυριότερο ήταν η οικειότητα που ένιωσαν με το θέμα του πίνακα. Οπως εξηγεί η υπεύθυνη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Ιδρύματος Θεοχαράκη, κυρία Ειρήνη Αλεξανδράκη: «Τα παιδιά στέκονται στο έργο, τους είναι γνώριμο. “Α, η γυναίκα τις τρώει!” είναι κουβέντες που αναπαράγονται συχνά. Δεν τους ξενίζει, πιο πολύ τους ξενίζει η “Ψυχομάνα”, που δείχνει μια γυναίκα να θηλάζει το μωρό μιας άλλης, πράγμα που δεν συμβαίνει σήμερα και πράγματι το ακούν για πρώτη φορά. Στον “Μπάτσο”, στο θέμα της οικογενειακής βίας, δεν ξενίζονται. Ενα παιδί μάλιστα είπε “εντάξει, και τώρα υπάρχει”».

Δεν είναι δύσκολο να νιώθεις οικειότητα με ένα θέμα που μπορεί να μην το βιώνεις αλλά βρίσκεται με χίλιους τρόπους κοντά σου. Πριν από λίγο καιρό, σε συνέντευξή της για ψυχαγωγική εκπομπή, γυναίκα πολιτικός απαντούσε στις συνήθεις ερωτήσεις που θέτουν σε κάθε γυναίκα καριέρας – πότε θα παντρευτεί και πώς φαντάζεται τον ιδανικό άνδρα, θεωρώντας μείζον θέμα την αποκατάστασή της. «Θα ήθελα ο σύντροφός μου να είναι δυναμικός και εγώ να είμαι ένα βήμα πίσω από αυτόν», είπε. Και αυτή η δήλωση δεν ακούστηκε στον προσωπικό της κύκλο αλλά στη δημόσια σφαίρα. Παρότι η ίδια δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να αναπαραγάγει στερεότυπες κουβέντες σε παρέες γυναικών «τον άνδρα τον θέλω ανατολίτη» και «εγώ είμαι παραδοσιακή», στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Νο 2 του Facebook, Σέριλ Σάντμπεργκ, δίνει συμβουλές στο βιβλίο της «Βγείτε μπροστά» για το πώς κατάφερε να διαπρέψει σε καριέρα και οικογένεια μοιραζόμενη με αυστηρό πρόγραμμα και αμοιβαίες υποχωρήσεις με τον σύζυγό της τις υποχρεώσεις τους.

Την ίδια στιγμή, όλη η ελληνική οικογένεια συγκεντρώνεται για να γελάσει με μια ελληνική ταινία όπου η Αννα Φόνσου παραδέχεται στο τσακίρ κέφι ότι «θέλω και τη σφαλιάρα μου από τον άνθρωπο που αγαπώ», ενώ ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος παίρνει και πάλι τα ηνία της οικογένειας ρίχνοντας μπάτσες στη «Μια τρελή τρελή οικογένεια». Ολες οι ταινίες έχουν γυριστεί πολύ μετά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, από την αποδοχή τους στην αγορά εργασίας και όμως αναπαράγουν στερεότυπα της εποχής τους, αυτά της υποτέλειας. «Σε βάζω κάτω και σε σκίζω σαν σαρδέλα, κυρία Κοκοβίκου», λέει ο Αντωνάκης στην Ελενίτσα στο αξιολάτρευτο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» όταν η Ελενίτσα κάνει την επανάστασή της με το «σκασμός εσύ, Αντωνάκη μου».

Θα εξοβελίσουμε τις ελληνικές ταινίες θα αναρωτηθεί κάποιος; Θα ξεκρεμάσουμε τα έργα τέχνης; Οχι, αλλά θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά πού βρισκόμαστε, αν αυτό που ζούμε καθημερινά εμπεριέχει σεβασμό και αξιοπρέπεια για το φύλο μας, αν παίρνουμε αυτό που μας ανήκει σε μια, ούτως ή άλλως, τσακισμένη από την κρίση χώρα, αν έχουμε τη γνώση και τα αντανακλαστικά να βλέπουμε το κακό και να το στιγματίζουμε, αν εξακολουθούμε να μαχόμαστε για την άρση των διακρίσεων. Αν η γενιά μας, που υποτίθεται ότι βιώνει την ισότητα, έχει την επάρκεια ώστε να λειτουργήσει ως μέντορας για τις γενιές των νέων κοριτσιών ή θα τις τσακίσει με επικρίσεις από απωθημένα.

Τρία πρόσφατα περιστατικά

Πριν από λίγες ημέρες, μια συμμετέχουσα σε καλλιστεία δήλωσε ότι «όποια πει ότι δεν έχει φάει σφαλιάρα από τον σύντροφό της λέει ψέματα», παραδεχόμενη πως έχει πέσει θύμα βιαιοπραγίας, συνοδευόμενη από την ψευδαίσθηση ότι η συμπεριφορά αυτή αποτελεί κανόνα και όχι παράβαση. Δεν πέρασε καιρός που ένα βιασμένο κορίτσι βρέθηκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου στο Ζεφύρι και λίγες μόνον ημέρες από τη δολοφονία της φοιτήτριας στη Ρόδο από τους βιαστές της. Αντίστοιχα τέτοια περιστατικά στην Ισπανία, στην Αργεντινή ή στο Μεξικό ξεσηκώνουν μαζικές διαδηλώσεις γυναικών για να διατρανώσουν «ούτε μία χαμένη» εναντίον της έμφυλης βίας, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος στο θέμα της ισότητας.

Οχι όμως στην Ελλάδα –εξαίρεση αποτέλεσαν δύο μικρού μεγέθους οργανωμένες διαμαρτυρίες στην Καπνικαρέα και στο Σύνταγμα με τη συμμετοχή γυναικών ευρωβουλευτών και βουλευτών–, που τα περιστατικά αυτά τα εντάσσουμε στη γενικότερή βία της κοινωνίας και όχι ως περιστατικά εναντίον του φύλου μας, συμβουλεύοντας τις κόρες μας να προσέχουν όταν βγαίνουν έξω, φροντίζοντας να μην προκαλούν. Συνεχίζοντας τη ζωή μας στη μακαριότητα του ότι το φεμινιστικό κίνημα ήταν κάτι που έγινε, πέρασε και ξεπεράστηκε.

Γιατί, δυστυχώς, μερικές φορές η διαδρομή της ισότητας στην Ελλάδα μοιάζει με το νυφικό ταξίδι της κυρίας Κοκοβίκου, μια βόλτα με ταξί γύρω γύρω από το τετράγωνο.