ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Αγγελική, Παύλος, Μαρία, άνθρωποι που έρχονται από το κλάμα

aggeliki-paylos-maria-anthropoi-poy-erchontai-apo-to-klama

Ο Παύλος έφυγε από την Ελλάδα για να σπουδάσει στην Ιταλία. Πήρε πτυχίο ηλεκτρονικού στην Πάδοβα, έπιασε δουλειά κι έμεινε εκεί κάμποσα χρόνια. Η γειτονιά του ήταν κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. «Οποτε μπορούσα, έπαιρνα κι εγώ το τρένο και πήγαινα στη Βενετία. Μου άρεσε να κάνω βόλτες, να πίνω καφέ στην πιάτσα Σαν Μάρκο, να βλέπω την κίνηση στα κανάλια. Είναι περίεργη αυτή η πόλη, χωρίς αυτοκίνητα. Ολες οι δουλειές, ακόμα και της αστυνομίας και των γραφείων τελετών, με βενζινακάτους και γόνδολες γίνονταν. Την προτιμούσα όμως τον χειμώνα και ιδιαίτερα τις μέρες με ομίχλη. Της ταιριάζει πολύ η ομίχλη της Βενετίας», εξηγεί.

Η Αγγελική μεγάλωσε στη Νότιο Αφρική. Θυμάται την πισίνα του σχολείου της, τις γιορτές των ομογενών στο Greek Club και το ενυδρείο του Sun City, με τα τεράστια υδάτινα κλουβιά του. «Εκεί ήταν ένας μεγάλος μπλε αστακός. Ακίνητος. Ράθυμος. Με το βλέμμα στραμμένο στο κρύσταλλο. Σταθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Μας χώριζαν τα λίγα χιλιοστά του γυαλιού. Μιλούσα μαζί του. Θα ήθελα να ξαναπάω στη Νότιο Αφρική, έστω και στα γεράματά μου, να δω πόσο έχει αλλάξει. Αλλά μόνο αν έρθει μαζί μου ο γιος μου, που είναι το πιο όμορφο κομμάτι της ζωής μου», λέει. Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα. Μας ζητά συγγνώμη. «Από το κλάμα έρχομαι», δικαιολογείται.

Ο Παύλος και η Αγγελική. Βίοι παράλληλοι. Η ψυχική ασθένεια χώρισε τη ζωή τους στο «πριν» και στο «μετά». Επειτα από μεγάλο διάστημα νοσηλείας σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, σήμερα, διανύοντας την τρίτη ηλικία τους, φιλοξενούνται στο οικοτροφείο Θαράπαυση της «Πυξίδας» Ψυχικής και Κοινωνικής Υποστήριξης, που εποπτεύεται από το υπουργείο Υγείας και σκοπό έχει την αποασυλοποίηση και επανένταξη ψυχογηριατρικών ασθενών.

Βρέθηκα στο «σπίτι» τους χθες το μεσημέρι, για να παρακολουθήσω το δρώμενο που είχαν ετοιμάσει οι ίδιοι και εργαζόμενοι που τους φροντίζουν –η ψυχίατρος Ειρήνη Καμπούρη, η ψυχολόγος Ελένη Κοτζιά και ο εργοθεραπευτής Χρήστος Λιναρδάτος– με την επιμέλεια και την καθοδήγηση του συγγραφέα Χρήστου Χρυσόπουλου και της ηθοποιού Δανάης Παπουτσή, για λογαριασμό του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και του Φεστιβάλ Αθηνών – στο πλαίσιο της ενότητας δράσεων Ανοιγμα στην πόλη/Πειραιάς.

Μέσα από μικρούς, έξυπνα σκηνοθετημένους διαλόγους, τέσσερις από τους φιλοξενούμενους του οικοτροφείου (οι υπόλοιποι βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό) μας αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους. Η Δέσποινα μας είπε πόσο αγαπάει τις εκδρομές, τη θάλασσα και τα τραγούδια της Τζένης Βάνου· τραγούδησε κιόλας. Η Μαρία λατρεύει τη ζωγραφική. «Εννέα ετών, στο νησί μου, μπήκα σε ένα καφενείο και είδα στον τοίχο έναν πίνακα: ένα πειρατικό πλοίο, πορτοκαλοκόκκινο σκαρί με κάτασπρα πανιά. Από εκείνη τη μέρα άρχισα να ζωγραφίζω και δεν έχω σταματήσει ούτε στιγμή». Στο τέλος της μικρής και τόσο συγκινητικής παράστασης, η ζωγράφος της «Πυξίδας» ζήτησε να την ακολουθήσω στο δωμάτιό της, για να μου δείξει έργα της. «Ελπίζω να σας αρέσουν. Φιλοδοξώ να κάνω μια έκθεση, εδώ στον Πειραιά, σε δυο-τρία χρόνια».

Εφυγα με έναν κόμπο στον λαιμό. Στ’ αυτιά μου, τα λόγια της Μαρίας, από τον δικό της «ρόλο»: «Ο άνθρωπος δεν μιλάει μόνο με τα λόγια αλλά και με το βλέμμα, τις κινήσεις των χεριών του, τις συσπάσεις του προσώπου του, το περπάτημά του. Μιλάει ακόμα και με τη σιωπή. Ή με άναρθρες κραυγές».