ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Οι μεταμορφώσεις της Σίντι Σέρμαν

Οι μεταμορφώσεις της Σίντι Σέρμαν

Η Σίντι Σέρμαν χαίρεται, λυπάται, φοβάται, ερωτεύεται, πλήττει, θυμώνει, ενθουσιάζεται. Ενδιαφέρεται για τον κινηματογράφο –από τα φιλμ νουάρ μέχρι τα b-movies–, για τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη μόδα, για την πολιτική και τις κοινωνικές αλλαγές. Είναι εργαζόμενη, λολίτα, διανοούμενη, νοικοκυρά, κορίτσι, ντίβα του Μεσοπολέμου, φοιτήτρια, μεσήλικη, μούσα ζωγράφου της Αναγέννησης, παιδί των λουλουδιών, κλόουν. Μερικές φορές είναι άνδρας. Η Σίντι Σέρμαν είναι όλα αυτά – και τίποτα από αυτά. Ποια είναι, λοιπόν; Μία από τις πιο επιδραστικές «γραφές» της σύγχρονης φωτογραφίας, μια προβοκάτορας της τέχνης.

Εδώ και τέσσερις δεκαετίες σκηνοθετεί τις εικόνες της. Φροντίζει κάθε λεπτομέρεια: το φόντο, τα ρούχα, τα μαλλιά και το μακιγιάζ. Φτιάχνει ένα μικρό σύμπαν και στη συνέχεια τοποθετεί στο κέντρο του το αγαπημένο της μοντέλο: την ίδια! Ναι, η 65χρονη σήμερα Σέρμαν φωτογραφίζει μόνο τον εαυτό της. Περισσότερες από εξακόσιες είναι οι μεταμορφώσεις της, οι περσόνες που έχει μέχρι τώρα επινοήσει: συνιστούν ένα εντυπωσιακό, ανεξάντλητο θαρρείς, φωτογραφικό λεξιλόγιο. Εκατόν ενενήντα από αυτές θα δει ο επισκέπτης της λονδρέζικης National Portrait Gallery στη μεγάλη αναδρομική έκθεση –την πρώτη στη Βρετανία– που φιλοξενείται εκεί μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Οι εικόνες της δεν έχουν τίτλο – μόνο αρίθμηση. Δουλεύει ολομόναχη, γιατί έτσι αισθάνεται ελεύθερη.

Γεννήθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ το 1954. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μπάφαλο αλλά δεν έγινε ζωγράφος, όπως αρχικά ήθελε: πολύ νωρίς ξεκίνησαν οι φωτογραφικές αναζητήσεις της, που με τα χρόνια την απορρόφησαν πλήρως.

Ζει στο Μανχάταν. Εχει ζήσει πολλούς θυελλώδεις έρωτες –ο τελευταίος με τον Ντέιβιντ Μπερν, φρόντμαν των θρυλικών Talking Heads– αλλά πλέον μοιράζεται το διαμέρισμά της στο Μανχάταν μόνο με έναν… παπαγάλο. Δεν της αρέσουν τα κοσμικά καλλιτεχνικά πάρτι, δίνει ελάχιστες συνεντεύξεις.

Μην κάνετε το λάθος και νομίσετε ότι οι φωτογραφίες της είναι σέλφι, λένε οι θεωρητικοί της τέχνης. Δεν έχει να κάνει με κανενός είδους ναρκισσισμό το έργο της: αντιθέτως, θέτει ζητήματα ταυτότητας, αποτελεί αιχμηρό σχόλιο για τη μικροαστική αμερικανική πραγματικότητα, τα κλισέ της επιτυχίας, το ατέρμονο κυνήγι της νεότητας και την «κατασκευασμένη» θηλυκότητα. «Απλώς με αηδιάζουν όσα κάνουν οι άνθρωποι για να δείχνουν όμορφοι», λέει η ίδια.