ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η ζωγραφική του Κυριάκου Κρόκου, ποιητικοί στοχασμοί στο τοπίο

Η ζωγραφική του Κυριάκου Κρόκου, ποιητικοί στοχασμοί στο τοπίο

Μπροστά στα ζωγραφικά έργα του Κυριάκου Κρόκου πολλά μπορεί να καταλάβει κανείς και για την αρχιτεκτονική του. Είναι μια αίσθηση σχεδόν αρχέγονη ως προς την αφετηρία της: η επαφή, δηλαδή, με το αποτύπωμα μιας ιδιοσυγκρασίας που όριζε ένα λεξιλόγιο με αυτονομία. Ηταν ένας άνθρωπος ελεύθερος στο πνεύμα ο Κυριάκος Κρόκος, και αυτό φαίνεται όχι μόνο από το σύνολο της αρχιτεκτονικής και εικαστικής δημιουργίας του αλλά από την κληρονομιά που άφησε, το περιβάλλον σε ύφος Κρόκου, το περιβάλλον, δηλαδή, που αντλεί από τα πρωτογενή υλικά, που στοχάζεται πάνω στην ύλη και στις μορφές, που αποκλίνει από τον συρμό. Και που εντέλει δημιουργεί εκείνον τον κραδασμό, σαν ψίθυρο. Είναι μια πράξη καλλιτεχνίας.

Η έκθεση που παρουσιάζεται αυτήν την περίοδο (και έως τις 15 Σεπτεμβρίου) στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αίγινας (έναν τόπο με τον οποίον συνδέθηκε ο Κρόκος) εστιάζει σε ζωγραφικά έργα του Κυριάκου Κρόκου από τα πολύ νεανικά έργα του έως τα έργα της πιο ώριμης ηλικίας. Μια διαδρομή πάνω στο χρώμα, στη φόρμα, στην οικονομία και το απόσταγμα ενός βλέμματος. Ο Κυριάκος Κρόκος ως ζωγράφος έχει καταγωγή από ένα βαθύ ελληνικό κοίτασμα που θα έλεγε κανείς ότι πηγάζει από τον Μεσοπόλεμο και τις ερμηνείες της ελληνικότητας για να εκβάλει στον αναθεωρητικό μοντερνισμό της δεκαετίας του ’60. Ο Κρόκος, με τα παστέλ, τις υδατογραφίες και τα ακρυλικά, οργανώνει έναν κόσμο σηματοδοτημένο με τους θυρεούς μιας συμβολικής και αδιόρατης στον χρόνο Αρκαδίας: τα σπίτια, η θάλασσα, οι φοίνικες, τα πλεούμενα, ο ήχος της επιθυμίας, η σκιά της προσμονής. Τα σχέδια από την Αίγινα με τα νεοκλασικά σπίτια, την υδροφόρα, την ακτή «παραπέμπουν στο άμεσο περιβάλλον του Αρχαιολογικού Μουσείου στην Κολώνα», όπως επισημαίνεται στην περιγραφή της έκθεσης, την οποία επιμελήθηκαν η Λέτη Αρβανίτη-Κρόκου, η Ελενα Περδικάρη και ο Νίκος Τσάμπιρας. Στα εγκαίνια της έκθεσης προβλήθηκε το βίντεο με τίτλο «Κυριάκος Κρόκος – αρχιτέκτων και ζωγράφος» σε σκηνοθεσία του Γιάννη Τριτσιμπίδα.

Η θέαση των ζωγραφικών έργων του Κυριάκου Κρόκου γεννά σκέψεις. Πέρα από την ωραιότητα, τη συγκίνηση ή την απλότητα που μεταδίδουν, θέτουν και ερωτήματα για την ίδια τη φύση της δημιουργίας, ιδίως όταν αυτή ασκείται σε δύο μέσα έκφρασης, όπως είναι η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική. Ο Κρόκος είχε κρατηθεί σε απόσταση από τον γενικευμένο κανόνα, κατά μια έννοια κοντινή με εκείνη την απόσταση που είχαν κρατήσει ο Πικιώνης, ο Τσαρούχης και ο Κωνσταντινίδης. Η δική του ερμηνεία του «τόπου» (με τη φιλοσοφική έννοια) μοιάζει διαχρονική και γι’ αυτό κλασική, μονίμως ενεργή. Σκέφτομαι αν υπάρχει ένας νεότερος αρχιτέκτων που να μπορεί να σκιτσάρει σε μπλοκ, πόσο μάλλον να ζωγραφίσει όπως ο Κρόκος, που μοιάζει να είχε απορροφήσει τόσο τον Βιτρούβιο όσο και τον Πλίνιο. Ο Κρόκος, που είχε μαθητεύσει κοντά στον Τσαρούχη, απλώνει όλη τη χρωματική παλέτα της αρχαίας ζωγραφικής. Είναι η βάση και του ελληνικού νεοκλασικισμού, που τόσο είχε περάσει στους πόρους του Τσαρούχη, τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή εκδοχή του, με όλα τα μοτίβα και τα σύμβολα. Μαζί με την αρχαία ζωγραφική και τον νεοκλασικό αισθητισμό, έρχεται από κοντά και η πηγαία, λαϊκή παράδοση, να αποτελέσει ένα τρίπτυχο που αποζητεί στοχασμό και ασκήσεις ερμηνείας.