ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τα «τσίκι – τσίκι» ενός ανατρεπτικού, αυθεντικού καλλιτέχνη

ta-tsiki-amp-8211-tsiki-enos-anatreptikoy-aythentikoy-kallitechni-2339133

Στην έκθεση που εγκαινιάστηκε χθες στο Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού της οδού Κουμπάρη παρουσιάζονται, εκτός από τα σχέδια, τέσσερις μικρές μακέτες. Μοιάζουν με χάρτινα σπιτάκια, αλλά η Χλόη Γκέιτμαν-Ακριθάκη, κόρη του Αλέξη Ακριθάκη, τα ονομάζει «θεατράκια». «Φτιάχναμε με τον πατέρα μου πολλά τέτοια θεατράκια», μας λέει. «Δημιουργούσαμε ένα σωρό πράγματα μαζί, κάναμε χαρτοκοπτική, μαζεύαμε ξύλα, ζωγραφίζαμε. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου ένα μικρό παιδί, όπως ήμουν εγώ τότε, δεν είχε διαφορετική ζωή από τους μεγάλους. Σε μια ηλικία που τα άλλα παιδιά πήγαιναν στην παιδική χαρά, εμείς πηγαίναμε σε μουσεία και περφόρμανς. Η τέχνη δεν διαχωριζόταν από την καθημερινότητα, τα έργα απλώνονταν παντού γύρω μας, στα δωμάτια, στην κουζίνα».

Συναντήσαμε την κόρη του καλλιτέχνη στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη, στο Κολωνάκι, μετά την πρώτη επίσκεψη στην έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης: Τσίκι – τσίκι», που ανοίγει ουσιαστικά τη νέα σεζόν του μουσείου στο Κολωνάκι. Αυτός ο εύστοχος, χαριτωμένος τίτλος, έρχεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. «Τσίκι – τσίκι» ονόμασε ο Κώστας Ταχτσής τη ζωγραφική του Ακριθάκη σε ένα κείμενό του για τον κατάλογο της έκθεσης που έγινε στην γκαλερί Ιόλα στη Γενεύη το 1971. «Κάνω τσίκι – τσίκι», έλεγε  και ο ίδιος ο  καλλιτέχνης χαρακτηρίζοντας με αυτή την έκφραση τον ήχο της ψιλοδουλειάς που έκανε το πενάκι πάνω στο χαρτί, ασπρόμαυρα ως επί το πλείστον σχέδια στα οποία κάποιες φορές προσέθετε χρωματιστή τέμπερα. Αυτά αποτέλεσαν την αρχή της εικαστικής του πορείας. «Τσίκι – τσίκι και όχι τσάκα – τσάκα», είπε χαριτολογώντας η Χλόη Ακριθάκη, ότι ήταν και η δική της δουλειά προκειμένου να δημιουργήσει για πρώτη φορά ένα σωστό αρχείο με τα έργα του πατέρα της. Δύο χρόνια ασχολήθηκε με την οργάνωσή του, εργασία που ξεκίνησε μετά τον θάνατο της μητέρας της. Η ανάγκη τακτοποίησης ενός τεράστιου, πολύμορφου υλικού που περιελάμβανε προσωπικά ημερολόγια, σημειώσεις, ζωγραφικά έργα και κατασκευές προέκυψε αφενός από την ανάγκη να διασωθεί ένας όγκος δουλειάς που είχε σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους. «Ηταν σαν ένα κυνήγι θησαυρού», είπε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας έτσι την αναζήτηση των έργων που είχαν χαριστεί, αγοραστεί ή απλώς ξεχαστεί κάπου. Αφετέρου η καταλογογράφηση έγινε για να φανεί ολοκληρωμένη και εις βάθος η  πορεία ενός ζωγράφου για τον οποίο ο μύθος του ωραίου και ταλαντούχου μποέμ κυριάρχησε επί χρόνια στη δημόσια εικόνα του.

Η παρούσα έκθεση είναι αποτέλεσμα αυτής της έρευνας, ένας πιο σύγχρονος τρόπος να δούμε τον καλλιτέχνη. Διαθέτει βεβαίως χιούμορ και αντισυμβατικότητα αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερη αξία. Ο Αλέξης Ακριθάκης δημιούργησε τα «τσίκι – τσίκι» συστηματικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και είναι αυτά τα έργα με τα οποία θα καθιερωθεί ως ανατρεπτικός και αυθεντικός καλλιτέχνης της εποχής του, ενώ η ορμητική ζωγραφική του θα αναγνωριστεί ως σοβαρή πρόταση της σύγχρονής του ζωγραφικής. «Αποτελεί», όπως σχολίασε ο ιστορικός και κριτικός τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος, «την ραχοκοκαλιά του έργου του και μας επιτρέπει να δούμε από κοντά όλες αυτές τις λεπτομέρειες που αποτέλεσαν τα εικαστικά στοιχεία του προσωπικού του αλφαβήτου».

Πρόκειται για την πρώτη έκθεση αφιερωμένη αποκλειστικά στα έργα αυτά μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη (φέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τότε). Συγκεντρώνει περισσότερα από 60 κομμάτια από ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται εδώ για πρώτη φορά. Την επιμέλεια έχουν η Χλόη Γκέιτμαν-Ακριθάκη και ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας. Την έκθεση θα συνοδεύσει ομότιτλη δίγλωσση έκδοση και επιπλέον είναι προγραμματισμένες παράλληλες εκδηλώσεις: ξεναγήσεις, συζήτηση (23/10) και εκπαιδευτικό πρόγραμμα (2 – 9/11).

Διάρκεια έως τις 17/11.