ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τα πολλά πρόσωπα και οι σκιές του Μπρεσόν

30s6ekthfoto1
30s6ekthfoto2
30s6ekthfoto3
30s6ekthfoto4

Τετάρτη μεσημέρι, περπατάμε στον ήλιο με τις Γαλλίδες φίλες μου, τη Λίζα, 29 ετών, που είναι ζαχαροπλάστισσα, και την Κολέτ, 27 ετών, που διδάσκει σε λύκειο. «Ισως δεν διαλέξαμε τη σωστή στιγμή για να έρθουμε στο Μπομπούρ», λέει η Κολέτ, ακούγοντας τον υπάλληλο του μουσείου να μιλάει για 45 λεπτά αναμονή τουλάχιστον. Δεν υπάρχει σωστή στιγμή για να επισκεφτεί κανείς το Πομπιντού και το ξέρουμε και οι τρεις. Το αγαπημένο μου μουσείο εδώ στην πόλη όπου πλέον κατοικώ φιλοξενεί εξαιρετικές εκθέσεις, των οποίων η θέαση είναι σχεδόν αδύνατη. Οταν λοιπόν το τιμώμενο πρόσωπο είναι ο Ενρί Καρτιέ Μπρεσόν, και τούτη είναι η πρώτη ρετροσπεκτίβα στην Ευρώπη μετά τον θάνατό του το 2004, ο έκτος όροφος του Πομπιντού μοιάζει με βαγόνι μετρό στις 8.30 το πρωί. «Δεν μας πειράζει, έτσι δεν είναι;» θα πει η Λίζα, που έχει ρεπό σήμερα και έχει κέφια. «Είναι τουλάχιστον ενθαρρυντικό ότι τόσος κόσμος ενδιαφέρεται για τη φωτογραφία του Μπρεσόν», συμπληρώνω.

Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, ο Μπρεσόν δεν είναι ο αγαπημένος μου φωτογράφος. Και αυτή εδώ δεν είναι η ιστορία του «πώς-βλέποντας-την-αναδρομική-έκθεση-του- καλλιτέχνη-στο-Πομπιντού-άλλαξα γνώμη-για-την-τέχνη-του». Είναι όμως μια αληθινή μαρτυρία για το πώς συνειδητοποίησα ότι η τέχνη του Μπρεσόν δεν έχει ένα πρόσωπο, αλλά πολλές όψεις που αναπτύχθηκαν ισάξια κατά τη διάρκεια μιας πορείας 50 χρόνων.

Περιμένοντας στην ουρά, ξεφυλλίζουμε το φυλλάδιο της έκθεσης και στέκομαι σε μια υπέροχη φράση του φωτογράφου, όταν φλέρταρε με τη ζωγραφική: «Είχα πάντοτε ένα πάθος για τη ζωγραφική. Οταν ήμουν παιδί, ζωγράφιζα τις Πέμπτες και τις Κυριακές και τις υπόλοιπες ημέρες ονειρευόμουν ότι ζωγραφίζω». Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο πρόσωπο του Henri Cartier-Bresson, που επηρεασμένος από τους ιμπρεσιονιστές και τον πουαντιλισμό δοκιμάζει νέος τις δυνάμεις του στη ζωγραφική. Θα επιστρέψει στο πρώτο του πάθος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποδεικνύοντας ότι όλα είναι κύκλος.

Πειραματισμοί

Περίπου το 1926, αρχίζει να παρακολουθεί τις συναντήσεις των σουρεαλιστών και να φτιάχνει κολάζ υιοθετώντας το ύφος του φίλου του Μαξ Ερνστ. Λίγο νωρίτερα έχει πιάσει την πρώτη του φωτογραφική κάμερα, και πειραματίζεται ανακαλύπτοντας την αισθητική του Eugene Atget και της νοσταλγικής ματιάς του στο Παρίσι. «Εδώ γίνεται ενδιαφέρον», λέει η Λίζα, παρατηρώντας τα σουρεαλιστικά παιχνίδια του φωτογράφου. Καλύπτοντας το πρόσωπο του φωτογραφιζόμενου, παίζοντας ώστε να διαθλάσει το φως και να μεταμορφώσει το υποκείμενό του, δίνει μια όψη του έργου του στην οποία δεν έχουμε συνηθίσει.

Από την άλλη, δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική μεταστροφή ξεκινάει μετά τη σουρεαλιστική του περίοδο. Αρκετοί σουρεαλιστές έβλεπαν θετικά το κομμουνιστικό κόμμα. Ο Μπρεσόν παρακολουθεί την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και ασχολείται ενεργά με την πολιτική. Ταξιδεύει στο Μεξικό και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην επιστροφή του, το 1936, αρχίζει να δουλεύει για τον κομμουνιστικό Τύπο. Και όμως, στις περίπου 500 φωτογραφίες που διακρίνουμε σε όλη την έκθεση, δεν βλέπω ξεκάθαρα ένα στρατευμένο βλέμμα. Και ίσως αυτό είναι που με εμποδίζει να μπορέσω να παθιαστώ με το έργο του, ή να ονειρευτώ, ή να εμπνευστώ όπως με τα έργα άλλων καλλιτεχνών. Ο Μπρεσόν είναι ψυχρός, είναι αντικειμενικός, εστιάζει στη μεγάλη εικόνα και όχι στο ύφος. Μου φαίνεται εξίσου απίθανο ότι παρ’ όλη την επιτυχία του στη φωτογραφία, προσπάθησε να ανοιχτεί κι αλλού. Προσέγγισε πολλές φορές τον Georg Wlhelm Pabst και τον Λουίς Μπουνιουέλ για να δουλέψει μαζί τους στις ταινίες τους – μάταια. Η μόνη συνεργασία που απέδωσε καρπούς ήταν με τον Ζαν Ρενουάρ, ως βοηθός σκηνοθέτη – κάνοντας και κάποιες εμφανίσεις μπροστά από την κάμερα.

Οπτικός τύπος

Η πρώτη μεγάλη αναγνώριση έρχεται όταν καταφέρνει να εκθέσει στο ΜΟΜΑ στη Νέα Υόρκη. Αλλά δεν σταματάει εκεί. Τώρα γράφεται ιστορία, γιατί ιδρύει το πρακτορείο MAGNUM. Επειτα, γυρίζει όλον τον κόσμο. Από τα σκονισμένα δρομάκια της Ακτής Ελεφαντοστούν μέχρι τη Βομβάη, τα Σκόπια και τους ουρανοξύστες του Μανχάταν, δεν σταμάτησε παρά μετά τα 60 του χρόνια. «Είμαι οπτικός τύπος. Παρατηρώ, παρατηρώ, παρατηρώ. Καταλαβαίνω μόνο μέσα από τα μάτια μου».

Από τα αποκόμματα του Τύπου, διαβάζω πως ο Μπρεσόν έχει θεωρηθεί μονολιθικός. Οτι η τέχνη του συμπυκνώνεται στη φράση «Decisive Moment», η οποία τελικά περισσότερο επηρέασε τις επόμενες γενιές φωτογράφων παρά περιόρισε τον ίδιο. Οι φίλες μου δεν έχουν ενθουσιαστεί με την έκθεση, προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι σε μια άδεια αίθουσα με τις φωτογραφίες του Μπρεσόν η εμπειρία θα ήταν εντελώς διαφορετική. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί ποτέ.

Περπατάμε στην έξοδο της έκθεσης και σταματάμε στο καφέ του ρετιρέ του μουσείου. Χάρη στα χαμηλά κτίρια του Παρισιού, μπορούμε να απολαύσουμε τη θέα. Τι είναι αυτό που με ενοχλεί στον Μπρεσόν, αναρωτιέμαι. Μάλλον αυτό που άλλοι λατρεύουν. Και σίγουρα κάτι που με απασχολεί κι εμένα. Η αίσθηση ότι πάντοτε κυνηγούσε κάτι. Σαν μην ένιωθε ποτέ αρκετός για τον εαυτό του. Σαν να κυνηγάς σκιές.

​​Henri Cartier Bresson (1908-2004), Centre Pompidou, Place George Pompidou, 75004, Παρίσι. Είσοδος από 8 έως 13 ευρώ, κάθε μέρα πλην Τρίτης, από τις 11 το πρωί μέχρι τις 11 το βράδυ. Εως τις 9 Ιουνίου.