ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τα fashion victims του 19ου αιώνα

ta-fashion-victims-toy-19oy-aiona-2033186

Από τους κατασκευαστές ημίψηλων, που έπασχαν από το σύνδρομο του «τρελού καπελά» (mad hatter syndrome) εξαιτίας της χρήσης υδραργύρου στην επεξεργασία της γούνινης επένδυσης, έως τις μπαλαρίνες, οι οποίες παραδίδονταν στις φλόγες όταν οι τούλινες φούστες τους πλησίαζαν υπερβολικά κοντά στις λάμπες γκαζιού, τα «θύματα της μόδας» υπήρχαν πολύ πριν από την εξέλιξη της πλαστικής χειρουργικής. Ηδη από τον 19ο αιώνα, η συμμόρφωση με τις επιταγές της μόδας αποτελούσε προτεραιότητα για την υψηλή κοινωνία των βιομηχανικών χωρών, ενώ τα φτωχότερα στρώματα προσπαθούσαν να μιμηθούν τις νέες τάσεις με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν. Η αφοσίωση στα -εφήμερα- πρότυπα ομορφιάς ανέκαθεν έκρυβε κινδύνους, αφενός για όσους έσπευδαν να προμηθευτούν τα πιο μοντέρνα ρούχα και αξεσουάρ και αφετέρου για τους εργαζομένους των βιοτεχνιών – όπως οι καπελάδες της δυτικής Ευρώπης, της Αμερικής και της Ρωσίας, που επί χρόνια αρνούνταν να αποκαλύψουν το μυστικό της τέχνης τους, προτιμώντας να υπομένουν στωικά τα συμπτώματα της χρόνιας δηλητηρίασης από υδράργυρο.

«Fashion Victims: The Pleasures and Perils of Dress in the 19th Century» («Θύματα της Μόδας: Οι απολαύσεις και οι κίνδυνοι της ενδυμασίας τον 19ο αιώνα») είναι ο τίτλος της νέας, πρωτότυπης έκθεσης που διοργανώνει το Bata Shoe Museum του Τορόντο, σε επιμέλεια της μόνιμης συνεργάτιδας του Μουσείου Elizabeth Semmelhack και της δρος Alison Matthews David, καθηγήτριας στο Ryerson University με ειδίκευση στην ιστορία της μόδας. Τα περισσότερα από 90 αντιπροσωπευτικά δείγματα ρούχων και παπουτσιών από τον 19ο αιώνα, προερχόμενα από τη μόνιμη συλλογή του Μουσείου και ιδιωτικές συλλογές, αφηγούνται ενδιαφέρουσες και ενίοτε κωμικοτραγικές ιστορίες.

Το χρώμα του σμαραγδιού

Στα τέλη του 18ου αιώνα, η ανακάλυψη της πράσινης βαφής από τον Σουηδό χημικό Carl Wilhelm Scheele έφερε την επανάσταση στα αστικά σαλόνια. Σύντομα, το χρώμα του σμαραγδιού, το οποίο αναδεικνυόταν εξίσου από το φυσικό φως και τις λάμπες γκαζιού, ήταν η τελευταία λέξη της μόδας σε βραδινές τουαλέτες και ταπετσαρίες. Ωστόσο, η δημοφιλής απόχρωση όφειλε στην ύπαρξή της στον τοξικό συνδυασμό χαλκού και αρσενικού. Δεν είναι τυχαίο ότι η εμβληματική ποιητική συλλογή του Μποντλέρ τιτλοφορείται «Τα Ανθη του Κακού», καθότι εκδόθηκε λίγο μετά τον θάνατο ενός νεαρού δημιουργού τεχνητών λουλουδιών. Τοξική ήταν και η συνθετική μωβ χρωστική που εφηύρε τυχαία το 1856 ο 18χρονος Αγγλος χημικός William Henry Perkins, ενώ προσπαθούσε να κατασκευάσει συνθετική κινίνη για τη θεραπεία της ελονοσίας. Αγαπημένο χρώμα της βασίλισσας Βικτωρίας και της συζύγου του Ναπολέοντα, Ευγενίας, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητες τις μάζες. Ωστόσο, η περιζήτητη βαφή παραγόταν με τη χρήση αρσενικού, πικρικού οξέως και άλλων επιβλαβών ουσιών. Στις εφημερίδες της εποχής γίνεται συχνά λόγος για τις δερματίτιδες που εμφάνιζαν οι γυναίκες όταν τα κομψά φορέματά τους εκτίθεντο στο νερό της βροχής, ενώ το 1864 η σουηδική εταιρεία παραγωγής βαφής J. J. Muller-Pac υποχρεώθηκε να κλείσει, επειδή το νερό ενός πηγαδιού κοντά στο εργοστάσιο είχε μολυνθεί με αρσενικό.

Περίπου μία δεκαετία αργότερα, ο πρωτοπόρος Παριζιάνος σχεδιαστής François Pinet απασχολούσε συνολικά επτακόσιες κεντήστρες σε όχι ακριβώς ιδανικές συνθήκες εργασίας. Αποστολή τους ήταν να κεντούν τα μικροσκοπικά και εκπληκτικά ρεαλιστικά άνθη που κοσμούσαν τα μποτάκια του. Ο Pinet θεωρείται υπεύθυνος και για την καθιέρωση των ψηλών τακουνιών ως συνωνύμου της θηλυκότητας τη δεκαετία του 1870. Φυσικά, τα πανάκριβα παπούτσια των εύπορων αστών θα ήταν αδύνατον να διατηρηθούν καθαρά στους λασπωμένους βικτωριανούς δρόμους χωρίς τη συμβολή εκατοντάδων νεαρών λούστρων.

Από την έκθεση δεν λείπουν τα αντικείμενα που φωτίζουν πτυχές της ζωής διάσημων προσωπικοτήτων. Ανάμεσά τους, τα υπερβολικά στενά δερμάτινα γάντια και μποτάκια που φορούσε στα μέσα του 19ου αιώνα η αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστρίας -η ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο, σύμφωνα με τους θαυμαστές της-, και τα μαύρα παπούτσια της βασίλισσας Ελισάβετ, που πενθούσε για τον θάνατο του συζύγου της Αλμπερτ ώς το τέλος της ζωής της, τρεις δεκαετίες αργότερα.

Ακόμη και σήμερα

Σήμερα, αυστηροί κανόνες υποτίθεται ότι ρυθμίζουν τις εργασιακές συνθήκες και τη χρήση τοξικών ουσιών στην παραγωγή ενδυμάτων, ενώ η πρόσβαση στην ενημέρωση επιτρέπει ακόμη και στους πιο φανατικούς λάτρεις της μόδας να αποφεύγουν τα αναίτια ρίσκα. Στην πραγματικότητα βέβαια οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς κάθε άλλο παρά ευνοούν την καθιέρωση ανθρώπινων συνθηκών εργασίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσφατη τραγωδία στο Μπαγκλαντές. Και μολονότι η άγνοια σπάνια μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία από τα σύγχρονα «fashion victims», η ανάπτυξη της βιομηχανίας μόδας έχει ως συνέπεια την άσκηση μεγαλύτερης πίεσης από ποτέ στους καταναλωτές, που φτάνουν στο σημείο να διακινδυνεύουν την υγεία ή και τη ζωή τους στο όνομα της κομψότητας.

​​Η έκθεση «Fashion Victims: The Pleasures and Perils of Dress in the 19th Century» θα συνεχιστεί ώς το καλοκαίρι του 2016. Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα batashoemuseum.ca.