ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο Καραγάτσης στο Αιγαίο του 1950

o-karagatsis-sto-aigaio-toy-1950-2060749

Η αφήγηση του έπους του ελληνικού τουρισμού, με όχημα τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, αποτέλεσε το αντικείμενο της φετινής συμμετοχής της Ελλάδας στη 14η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας, με επιμελητή τον Γιάννη Αίσωπο. Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Μ. Καραγάτση (Περιπλάνηση στον κόσμο, Εστία 2002) σε επιμέλεια της Αντειας Φραντζή αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο πρώιμο μεταπολεμικό στάδιο διαμόρφωσης της τουριστικής συνείδησης, τόσο στο οικονομικό και ανθρωπολογικό επίπεδο όσο και στην αρχιτεκτονική.

Ο Rem Koolhaas, ο «αθεράπευτα απλουστευτικός» γενικός επίτροπος της Μπιενάλε (Χαρά Τζαναβάρα, Εφημερίδα των Συντακτών, 21/5/14), διαπραγματεύεται την ανεπάρκεια των θεσμών και την επιστροφή στα βασικά (fundamentals). Ο Καραγάτσης περιγράφει τα κτίρια με απλούς όρους, καθώς δεν έχει ακόμα εδραιωθεί η θεσμοθετημένη ορολογία για την οικοδομική δραστηριότητα που διαμόρφωσε την αρχιτεκτονική πρακτική των επόμενων δεκαετιών.

Στην πρώτη ανάγνωση των κειμένων του για την Ανδρο και τη Μύκονο (1949 και 1952), ήμουν σίγουρος ότι ανακάλυψα μια αναφορά στο Ξενία του ΕΟΤ. Δεν πρόκειται όμως για το εμβληματικό έργο του Αρη Κωνσταντινίδη. Βρισκόμαστε στη «…Μέκκα του αναγκαστικώς δημοκρατικού παραθερισμού (ό,τι και να κάνεις, πάνω από πενήντα χιλιάρικα την ημέρα δεν μπορείς να ξοδέψεις στη Μύκονο)…», η οποία «…κινδυνεύει από το μεγάλο και υπερπολυτελές ξενοδοχείο που κτίζει ο Οργανισμός Τουρισμού». Το μικρό ποσό των πενήντα χιλιάδων ήταν που με απομάκρυνε από την αρχική μου σκέψη και το γεγονός ότι ο Σπύρος Μαρκεζίνης έκοψε τα τρία μηδενικά της δραχμής την Πρωτομαγιά του 1954 διέλυσε την αμφιβολία μου για τη χρονολόγηση. Ο Δημήτρης Φιλιππίδης συμπεριλαμβάνει σε αρκετές αναφορές το ξενοδοχείο και ο Δημήτρης Φατούρος με διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για τη «Λητώ» του Προκόπη Βασιλειάδη.

Παρά την επισήμανση ότι: «Αισθητικώς η πρόσοψή του, χωρίς να είναι η απολύτως αρμόζουσα στο αυστηρώς τυποποιημένο περιβάλλον της Μυκόνου…» ο Καραγάτσης αντιλαμβάνεται ότι «…δεν ξενίζει οδυνηρά τον άνθρωπο που καταλαβαίνει από αυτά». Ο «άνθρωπος που καταλαβαίνει από αυτά» και ειδικότερα ο αρχιτέκτονας μπορεί να έχει μια διαφορετική αισθητική προσέγγιση στο ζήτημα της προσαρμογής ενός κτιρίου με απαιτήσεις τυποποίησης, στον οικισμό με τα «φτωχικά μα πεντακάθαρα και καλοβαλμένα σπιτάκια», «…έγκλημα ανεπανόρθωτο δεν γίνηκε, δεδομένου ότι με μερικές μικρομεταβολές μπορούμε να προσαρμόσουμε την πρόσοψη του ξενοδοχείου στην κτιριακή ατμόσφαιρα του νησιού…».

Το 1964 ο Bernard Rudofsky, στο http://en.wikipedia.org/wiki/Architecture_Without_Architects συμπεριλαμβάνει εικόνες από τα λαϊκά σπίτια του Αρχιπελάγους. Βέβαια, η ανέγερση ενός ξενοδοχείου χωρίς αρχιτέκτονα θα ήταν τότε αδιανόητο εγχείρημα. Προφανώς ο Βασιλειάδης με τη «Λητώ» μας έδωσε, ίσως το πρώτο, καλό παράδειγμα μορφολογικής προσαρμογής. Η προσαρμογή αυτή αποτέλεσε κύριο ζητούμενο της αρχιτεκτονικής των ξενοδοχείων στις δεκαετίες που ακολούθησαν, με δεδομένη πάντοτε την ανάγκη ορθολογικής διάρθρωσης του μεγάλου κτιρίου. Αντίθετα η «ένταξη νέων κτιρίων σε παραδοσιακούς οικισμούς» εξελίχθηκε σε νεύρωση των ειδικών της παράδοσης, η οποία εκφράστηκε με διατάγματα προστασίας και μορφολογικούς κανόνες. Αυτή η εκ των άνω επιβολή του κανόνα σε συνδυασμό με τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό στέρησε την αρχιτεκτονική πρακτική από τη δυναμική της επινόησης, που είναι λογικό να αποτελεί τη βασική δεξιότητα του αρχιτέκτονα. Η ανεπίσημη οικοδομική δραστηριότητα εξελίχθηκε σε μια ιδιότυπη εκ των κάτω (bottom-up) διαδικασία, στην οποία το πρωτεύον δεν είναι οι ανάγκες των ενοίκων αλλά η εξάντληση των περιθωρίων, ποσοτικών και ποιοτικών.

Για την Ανδρο

Η ανύπαρκτη τουριστική υποδομή της Ανδρου απασχολεί επίσης τον Καραγάτση που επισημαίνει: «Δυστυχώς όμως η Χώρα δεν είναι σε θέση να φιλοξενήσει ούτε ένα παραθεριστή… το καλό ξενοδοχείο της καταστράφηκε κατά τον πόλεμο. Λέγεται πως θα ανοικοδομηθεί. Αν και η ανοικοδόμησή του θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, σφάλμα κεφαλαιώδες. Επειδή βρίσκεται σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την πλαζ». Δεν τον απασχολεί «η ανοικοδόμηση» (αποκατάσταση ή αναπαλαίωση θα λέγαμε σήμερα με στόμφο) του παλιού ξενοδοχείου αλλά ούτε και των Μπιρικέικων: «Κι όμως υπάρχουν δύο τοποθεσίες πολύ κατάλληλες για ανέγερση ξενοδοχείων. Η μία είναι η Ρίβα… Η άλλη είναι τα κατεστραμμένα σπίτια των Εμπειρίκων στην Πλακούρα πλάι στη θάλασσα και πέντε μόνον λεπτά από την πλαζ του Νεμποριού». Λίγα χρόνια αργότερα (1958) αυτή η αυτονόητη χωροταξική πρόταση θα υιοθετηθεί από τον ΕΟΤ και ο Κωνσταντινίδης θα μας δώσει τον «Τρίτωνα». Οχι ως προσαρμογή αλλά ως επινόηση.

Ρηξικέλευθες προτάσεις

«Τουρισμός του 1949 και πουριτανισμός τύπου 1849 δεν συμβιβάζονται». Η οξυδερκής αξιολόγηση των αναγκών και οι ρηξικέλευθες προτάσεις του Καραγάτση μας επαναφέρουν στη ρίζα της νεωτερικότητας και τις θεμελιώδεις οδηγίες (fundamentals), που θα μπορούσαν να καταστήσουν ένα κτίριο καλό αρχιτεκτονικό έργο.

Στο ντοκιμαντέρ του Σπύρου Παπαδόπουλου «Σημειώσεις για τον Τρίτωνα» (Μπιενάλε 2006) μπορούμε να παρακολουθήσουμε μια νηφάλια και ουσιαστική συζήτηση για το Αρχιπέλαγος. Σίγουρα ο Koolhaas δεν είχε υπόψη του τον Καραγάτση όταν εξέφραζε την ταπεινή του φιλοδοξία «να γράψει ένα βιβλίο για την ύπαιθρο, με τη συνδυασμένη λογοτεχνική ακρίβεια του Τολστόι και του Ουελμπέκ» (The Guardian, 8/1/13). Η κατάθεση όμως των Τοπίων τουρισμού από τον Αίσωπο αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύστοχη.

* Ο κ. Αγγελος Παπαγεωργίου είναι αρχιτέκτονας.