ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η γλυπτική είναι μια χορογραφία κατά τον Thomas Schutte

i-glyptiki-einai-mia-chorografia-kata-ton-thomas-schutte-2084210

O Thomas Schutte καπνίζει αμέριμνος στη φιλόξενη αυλή της γκαλερί Bernier/Eliades, με ηχητική υπόκρουση τιτιβίσματα κοτσυφιών και φωνές από τα παιδιά του γειτονικού δημόσιου σχολείου. Το ύφος του υπονοεί «μου αρέσει εδώ, παρακαλώ, μη με ενοχλήσετε». Μοιάζει να απολαμβάνει την απομόνωση και την περισυλλογή, σαν να είναι ζωτική του ανάγκη. Προτού κάτσω δίπλα του, πέρασα ανάμεσα από τα έργα του στο νεοκλασικό του Θησείου. Στάθηκα στα μεγάλα κεφάλια που ακουμπούν μαλακά στο πλάι και θυμίζουν την Κοιμωμένη Μούσα του Μπρανκούζι. Ολες οι δημιουργίες του υπακούουν στον βασικό κανόνα της γλυπτικής, που δεν είναι άλλος από το να θες να ακουμπήσεις αυτό που έχεις μπροστά σου, να ικανοποιήσεις το απτικό ένστικτο. Το μυστικό είναι στη λεία ή τραχιά υφή και στις περίεργες μορφές τους, λες και η αφή θα σου αποκαλύψει περισσότερα από την όραση.

Μιλάμε με παύσεις, μεταξύ τσιγάρων. Δεν βιάζεται να απαντήσει. Στη δουλειά του είναι πολύ διαφορετικός: «Ο τρόπος που εργάζομαι είναι απλός, γρήγορος και ευέλικτος. Το ωράριό μου είναι από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 4 το απόγευμα. Αν κάτι δεν μου αρέσει, αλλάζω αμέσως κατεύθυνση και μαθαίνω γρήγορα από τα αδιέξοδα που συναντώ. Θέλω όλα να είναι αβίαστα, να βγαίνουν χωρίς πίεση, να εκπλήσσουν ακόμη κι εμένα. Αν δεν μου προκαλούν έκπληξη, τι νόημα έχει;» λέει ο κορυφαίος Γερμανός γλύπτης. Σύμφωνοι. Πώς, όμως, η γλυπτική ως χρονοβόρα και κοπιώδης διαδικασία μπορεί να ξαφνιάσει ακόμη και τον δημιουργό της; «Λοιπόν όλοι νομίζουν ότι στην τέχνη αυτή υπάρχει μια πάλη ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον δημιουργό. Για μένα δεν είναι πόλεμος. Η γλυπτική είναι χορογραφία. Είναι η αρμονία στις κινήσεις».

Υποστηρίζει ότι διορθώνει αμέσως ό,τι δεν προσαρμόζεται στην προκαθορισμένη εικόνα που έχει στο κεφάλι του. Τον ρωτώ πειρακτικά αν αισθάνεται όπως ένας ελεεινός μικρός θεός που έχει παντοδυναμία ζωής και θανάτου πάνω στις μορφές του. Χαμογελάει (είναι η πρώτη φορά από την αρχή της συνέντευξης) και το αρνείται. «I am not this kind of maker», απαντά και συμπληρώνει ότι απλώς ακούει μια μουσική εντός του και αναλόγως επεμβαίνει στη φόρμα. «Κάθε μέρα διανύω 25 χιλιόμετρα από το σπίτι μου για να πάω στο εργαστήριό μου, που είναι στην Κολωνία. Παίρνω όλες τις σημαντικές αποφάσεις στη διαδρομή. Μόνο αυτό σκέφτομαι. Γι’ αυτό αυτή η απόσταση είναι αναγκαία. Εχω έναν οδηγό και με πηγαινοφέρνει. Δεν μιλάμε πολύ. Βλέπω έξω από το παράθυρο και είναι σαν να κάνω διαλογισμό».

Εχοντας κλείσει τα 60, ο γλύπτης δείχνει νεότερος. «Κοιμάμαι πολύ και καπνίζω πολύ» (εδώ γελάει δεύτερη φορά). «Επίσης, στη Γερμανία τα πράγματα είναι σχετικά ήρεμα. Ενημερώνομαι για την ειδησεογραφία. Αλλά δεν μου αρέσουν τα κινητά και η φρενίτιδα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Βλέπω συνέχεια ανθρώπους με τους αντίχειρές τους σε οθόνες. Είναι τόσο χρονοβόρο και αντιπαραγωγικό. Μου αρέσει που κάνω μια εργασία χειρωνακτική και χρησιμοποιώ και τα δύο μου χέρια. Το βρίσκω σπουδαίο».

Με είχαν προειδοποιήσει να μην ανοίξω πολιτική κουβέντα. Το έκανε μόνος του: «Εμείς οι Γερμανοί έχουμε ένα χαρακτηριστικό. Αναγνωρίζουμε την ύπαρξη ενός προβλήματος, συμφωνούμε όλοι ότι κάτι πρέπει να κάνουμε και μετά κοιτάμε να το λύσουμε. Επίσης, πληρώνουμε φόρους. Ομως, το επίπεδο της δημόσιας υγείας και της εκπαίδευσης είναι υψηλότατο και είναι δωρεάν για τους πολίτες. Γιατί να προσπαθήσουμε να κοροϊδέψουμε το κράτος;». Η έκθεσή του εγκαινιάστηκε χθες και θα κρατήσει έως και τις 15 Ιουλίου, στην οδό Επταχάλκου 11, στο Θησείο.