ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η ελληνική περιπέτεια ως πηγή έμπνευσης

i-elliniki-peripeteia-os-pigi-empneysis-2118306

Από τότε που ξεκίνησε η οικονομική κρίση, η Αθήνα είχε ένα απρόσμενο παράπλευρο όφελος. Εγινε ξαφνικά σέξι, ένα μέρος ελκυστικό για τους ξένους επιμελητές τέχνης, τους θεωρητικούς, ακόμα και τους καλλιτέχνες. Πώς να μην ξυπνήσει την περιέργεια ένα «εργοτάξιο» πολιτικών και κοινωνικών τάσεων, μια πόλη που δοκιμάζεται συνεχώς με κάθε λογής πρόβλημα, από την ανέχεια ώς το μεταναστευτικό; Πώς να μην πιστέψει κανείς ότι εδώ θα γεννηθεί κάτι καινούργιο; Ομως δεν ήταν αυτός ο λόγος που ο Ανταμ Σίμτσικ, καλλιτεχνικός διευθυντής της επικείμενης Documenta, της πιο γνωστής εικαστικής έκθεσης στον κόσμο μαζί με την Biennale της Βενετίας, αποφάσισε να μοιραστεί η 14η διοργάνωση ανάμεσα στο Κάσελ και την ελληνική πρωτεύουσα, με τίτλο «Μαθαίνοντας από την Αθήνα». Οχι ακριβώς.

Οπως μας εξηγεί η διευθύνουσα σύμβουλος της έκθεσης, Ανέτε Κούλενκαμπφ, υπήρχε ένα ολόκληρο σκεπτικό. Η συμπαθής και δραστήρια Γερμανίδα που βρέθηκε για λίγες ημέρες στη χώρα μας, στο πλαίσιο των καθηκόντων του συντονισμού και της επίβλεψης όλης της ομάδας που προετοιμάζει το φιλόδοξο διπλό εγχείρημα του 2017, θεωρεί ότι η στρατηγική αυτή επιλογή απορρέει από το πνεύμα που διέπει την Documenta:

«Η διοργάνωση γεννήθηκε το 1955 σε μια γερμανική πόλη που είχε κυριολεκτικά ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων και πάλευε να συνέλθει από το τραύμα του παρελθόντος. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί είχαν μια δυσκολία να οραματιστούν το μέλλον, απορροφημένοι σε ένα δύσκολο παρόν. Αυτό ήταν ο πλακούντας μας και η ιστορία της γέννησης του θεσμού που βαραίνει επάνω μας. Υπάρχει λοιπόν ένας σαφής παραλληλισμός με την Αθήνα του σήμερα. Ταυτόχρονα η χρονική συγκυρία, κατά την οποία πραγματοποιείται η έκθεση, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι μια περίοδος που όλα αλλάζουν στην Ευρώπη και τον κόσμο. Το μεταναστευτικό ζήτημα, λ.χ., είναι κάτι που μας απασχολεί όλους. Αυτό που κάνει την Αθήνα ξεχωριστή είναι ότι οι κάτοικοί της αντιμετωπίζουν όχι μόνον πρακτικά καθημερινά θέματα αλλά και υπαρξιακά ερωτήματα», εξηγεί στην «Κ».

Ας δούμε συνοπτικά τι είναι η Documenta και γιατί η απόφαση να πραγματοποιηθεί ένα μέρος –κατ’ εξαίρεση– στην πόλη μας είναι κομβικής σημασίας. Μια φορά κάθε πέντε χρόνια, ένα εκατομμύριο επισκέπτες πηγαίνουν στο Κάσελ για να δουν το zeitgeist των καιρών για 100 ημέρες με τέχνη απλωμένη παντού. Η συνδιοργάνωση με την Αθήνα είναι μια ανυπόκριτη κίνηση αλληλεγγύης και υποστήριξης από έναν από τους σοβαρότερους θεσμούς της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κοινότητας. Ηδη ξεκινά το πρόγραμμα προετοιμασίας που θα φέρει στην Ελλάδα τους περισσότερους από τους καλλιτέχνες που θα πάρουν μέρος, για περφόρμανς, ομιλίες, δράσεις. Αυτή η τριβή, η συλλογή εικόνων και βιωμάτων θα μεταβολιστεί στα έργα τους. Η ελληνική περιπέτεια θα γίνει η αφετηριακή έμπνευση, η δεξαμενή των ερεθισμάτων για εικαστικούς από όλον τον κόσμο.

«Αυτή η διάδραση είναι το ζητούμενο από την Αθήνα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα στο Κάσελ», εξομολογείται η Ανέτε Κούλενκαμπφ. «Ημουν 15 χρόνων και πίστευα ότι τέχνη είναι μόνον ο Τζακομέτι, ο Πικάσο, ο Ματίς. Ηταν ένα αποκαλυπτικό βίωμα για το τι σημαίνει ανθρώπινη δημιουργικότητα και πως πρέπει να τα βλέπουμε όλα με ανοιχτό μυαλό. Είναι μία από τις εκθέσεις που έχει παίξει τεράστιο ρόλο σε αυτό, ώστε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, αλλά και τι συμβαίνει γύρω μας», υπογραμμίζει η διευθύνουσα σύμβουλος.

«Η δική μου δουλειά είναι να κυλήσουν όλα ομαλά, να υπάρχει χρηματοδότηση, να δώσουμε στους συμμετέχοντες κάθε εφόδιο, ώστε να κάνουν το έργο τους πραγματικότητα. Ηδη έχουμε καλλιεργήσει επαφές, ανοίξαμε τον διάλογο με την καλλιτεχνική κοινότητα στην Ελλάδα, θέλουμε η συμβολή μας να πιάσει τόπο», τονίζει η Ανέτε Κούλενκαμπφ. Την ίδια θέση έχει πάρει και ο Ανταμ Σίμτσικ σε ό,τι αφορά την Ελλάδα. Τέχνη και όχι Poornography (Η πορνογραφία της φτώχειας…).