ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο μάγος Λάππας και η «στρατιά» του

lapas1

Η σκηνή είχε μιαν αίσθηση κινηματογραφική. Απόμακρη από τον κόσμο τούτο. Ηταν Μάιος του 2005 στον Περισσό, δίπλα στις γραμμές του τρένου. Χτύπησα την πόρτα ενός παλιού κτιρίου. Εδειχνε ρημαγμένο αλλά καθόλου απειλητικό. Μου άνοιξε ο Γιώργος Λάππας, είχαμε κανονίσει συνέντευξη τηλεφωνικώς και τον αντίκριζα πρώτη φορά. Συστηθήκαμε. Περπατήσαμε ανάμεσα σε ημιτελή γλυπτά στο ευρύχωρο εσωτερικό μιας εγκαταλελειμμένης βιοτεχνίας που είχε γίνει το εργαστήριό του. Κρυφοκοίταζα αυτόν τον μικρόκοσμο με τις ανθρώπινες φιγούρες στις οποίες εμφυσούσε πνοή, σαν ένας μάγος που αγαπά την ομορφιά.

Με την αύρα της ευγένειας που μονάχα κληρονομείται από την οικογένεια και δεν φύεται μόνη της στον χαρακτήρα, με οδήγησε στην πίσω αυλή και με τακτοποίησε κάτω από μια μεγάλη λεύκα. Εκεί θα καθόμασταν για να μιλήσουμε, παρέα με ένα άσπρο λυκόσκυλο. Σε κάθε φύσημα του ανέμου, το χνούδι από τα κλαδιά ερχόταν επάνω μας. Και έτσι, μέσα σε αυτήν την αλλόκοτη ανοιξιάτικη «χιονόπτωση», περάσαμε ένα ολόκληρο απόγευμα, συζητώντας. Μου είπε: «Καλλιτέχνης είναι εκείνος που μπορεί να κάνει σερφ στα παράσιτα της ψυχής, να ισορροπεί πάνω στη σανίδα την ίδια ώρα που ακούει το βασανιστικό εσωτερικό βουητό» και «Ενα καλό γλυπτό είναι σαν ένας αναμμένος προβολέας κατά τη διάρκεια της ημέρας».

Είχε αυτό το μοναδικό χάρισμα ο Λάππας. Να απευθύνεται κατευθείαν στον μύχιο εαυτό, τον δικό του, του θεατή, του συνομιλητή. Με τόνο εκμυστηρευτικό, χαμηλόφωνο, μιλούσε για την «Ερημη Χώρα» του Ελιοτ, τις προτομές του Μπουρντέλ, τα σκίτσα του Χαλεπά (πωλούνταν ακόμα στο Μοναστηράκι τότε), την ξέφρενη πορεία μιας Ελλάδας που ανακάλυπτε τα reality και ευτέλιζε την υπόστασή της. Ξανοίχτηκε και για τη δουλειά του, με ειλικρίνεια και σκληρότητα: «Μπορεί να προχώρησα ως γλύπτης και να έμεινα πίσω ως άνθρωπος. Δεν ξέρω…».

Είπε πολλά. Και στο μυαλό μου, ήταν (και παραμένει) η πιο αξιομνημόνευτη συνέντευξη που είχα πάρει ποτέ. Εκτοτε τον συναντούσα συχνά-πυκνά στον δρόμο, πάντα με την αγαπημένη του σύζυγο, τη γλύπτρια Αφροδίτη Λίτη, και παρακολουθούσα στενά τη δουλειά του, με τις εξάρσεις και τις βαθύνσεις της. Ωσπου τη Δευτέρα ήρθε η απροσδόκητη είδηση του θανάτου του. «Εφυγε» στα 66 του από οξεία κρίση στη χολή, που τον οδήγησε στον Ευαγγελισμό και την εντατική. Ειρωνεία της τύχης για έναν άνθρωπο υγιέστατο, που δεν έκανε καμιά κατάχρηση και γυμναζόταν συστηματικά.

Με συνέπεια

Είναι εξαιρετικά πρόωρος ένας απολογισμός του έργου του. Σίγουρα όμως περπάτησε με θάρρος στο πεδίο που λέγεται σύγχρονη ελληνική γλυπτική, ναρκοθετημένο από την παράδοση. Τόλμησε να δοκιμάσει και να πειραματιστεί, όχι ανερμάτιστα αλλά συναισθανόμενος το βάρος. Ηταν άλλωστε βαθιά μορφωμένος, με ένα βλέμμα που προσηλωνόταν στα βιβλία αλλά παρέμενε σταθερό και σε μια κοινωνία που μεταλλασσόταν ραγδαία.

Στη στήλη «Χρωστήρας» του 2005, ο Νίκος Ξυδάκης έγραφε εύστοχα: «Στη δεκαετία του ’80 υπήρξε το τρομερό παιδί της εικαστικής πρωτοπορίας. H εμφάνισή του στην εγχώρια σκηνή ήταν σαν λαμπρή εισβολή μετεωρίτη». Προτού καλά καλά αποφοιτήσει από την ΑΣΚΤ είχε θαμπώσει την Αθήνα με την πρώτη του ατομική, και σύντομα μετά την αποφοίτησή του εξελέγη καθηγητής στη Σχολή. Ταλαντούχος και ταπεινός, ο καλλιτέχνης ήξερε από πρώτο χέρι πως η θάλασσα της τέχνης είναι κυματώδης και ότι μπορεί να πνίξει οποιονδήποτε θέλει να τη διασχίσει με έπαρση και ανεμελιά. Εργάστηκε στον νοερό ίσκιο των μεγάλων γλυπτών που θαύμαζε, αλλά προσπάθησε και κατάφερε να βρει τη δική του φωνή. Θαρρώ πως το πιο σημαντικό του χαρακτηριστικό ήταν η συνέπεια. Τον απασχόλησε πάντα το ίδιο θέμα, το ανθρώπινο σώμα, η μορφή, η ψυχή. Ακόμα και όταν εξέθεσε την νταλίκα Ελμπο στο ΔΕΣΤΕ ή μια μηχανή κρέατος με τίτλο Bingo Bonanza στο Outlook.

Με τα λόγια του

– Πώς ορίζετε την παιδεία;

– Σαν μια μικρή προετοιμασία. H τέχνη θέλει μια διαδικασία επιθυμίας. Σήμερα όμως διάφορες πλευρές της κοινωνίας συντάσσονται ώστε να τιμωρούν τον άνθρωπο που επιθυμεί την τέχνη. H μουσική είναι καλό παράδειγμα: στο «Fame Story» θεατές χειροκροτούν ψυχαναγκαστικά ανθρώπους που δεν μπορούν καθόλου να τραγουδήσουν. Σε ό,τι αφορά τα εικαστικά βλέπουμε ότι υπάρχει μια τρομακτική αποξένωση του κοινού από τη μοντέρνα τέχνη εξαιτίας των σκανδαλωδών τιμών που πωλούνται τα έργα από τις γκαλερί. Aυτό και μόνο αποτρέπει τον κόσμο από το να έχει την ευτυχία της απόλαυσης που προκύπτει από την τέχνη. Eίναι σαν να βλέπεις μια μεγάλη ταμπέλα στο έργο που γράφει: «Aνήκω σε αυτόν που θα με πληρώσει» και φυλάσσεται από σεκιουριτάδες. Yπάρχει ναρκοθέτηση στην επιθυμία.

Φιγούρες σαν αναμμένοι προβολείς…

Το ευρύ κοινό τον γνώρισε μέσα από τις φιγούρες του, κυρίως τις κόκκινες που έλαμπαν από φως. Μου έρχονται στο μυαλό μέλη αυτής της περίεργης «στρατιάς» στην είσοδο του Intercontinental, στο Κάραβελ, στον γνώριμο για τους δημοσιογράφους ταμείο του ΕΔΟΕΑΠ. Επαιζε με άνεση το θέμα της κλίμακας.

Το πρώτο έργο του που είδα στη ζωή μου ήταν ένα δημόσιο γλυπτό στην οδό Φραγκοκκλησιάς στο Μαρούσι με μια ολόσωμη πλακέ φιγούρα που κρατούσε στα χέρια τους πνεύμονές της. Και το τελευταίο που έκανε το 2013 ήταν μια ποιητική εγκατάσταση με εκατοντάδες μικρές φιγούρες φτιαγμένες μία μία στο εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης, με αφορμή τον αφανισμό του εβραϊκού στοιχείου της πόλης από τους ναζί.

Στην αρχή της καριέρας του ενδιαφερόταν για τις τρισδιάστατες κατασκευές σαν μια απόπειρα αρχιτεκτονικής ανακατανομής του χώρου. Αργότερα στράφηκε στους νόμους του τυχαίου με τα γλυπτά – ζάρια. Στα Mappemonde στα τέλη της δεκαετίας του ’80 φτιάχνει μικρά δικά του σύμπαντα. Ο άνθρωπος –και ιδίως τα παπούτσια του– μπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο το ’90. Και τον στοιχειώνουν.

Αισθάνομαι την ανάγκη ενός προσωπικού αποχαιρετισμού. Εκτός από τη γλυκιά ανάμνηση του Λάππα μού απομένει ένα έργο του, δώρο φίλων. Ενα μικρό γλυπτό. Ενας ισορροπιστής που κρατάει ένα κοντάρι, πατάει προσεκτικά στο σχοινί. Και μέσα στην αγωνιούσα φιγούρα από μέταλλο, ο καλλιτέχνης έχει αποκόψει το περίγραμμα ενός ανθρώπου που είναι το ανάποδο είδωλο του πρωταγωνιστή. Χωρίς την εσωτερική ισορροπία, μπορεί να γκρεμοτσακιστούμε ανά πάσα στιγμή. Είναι το πρώτο πράγμα που βλέπω μόλις ξυπνάω.