ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Zάχα Χαντίντ, η Grande Dame του σχεδιασμού

zacha-chantint-i-grande-dame-toy-schediasmoy-2128604

«Εφυγε» μια σταρ. Μπορεί να μην ήταν ηθοποιός ή τραγουδίστρια, όμως η Ζάχα Χαντίντ είχε τον αέρα μιας ντίβας ακόμη και αν έδρεψε δάφνες μόνο στο πεδίο της αρχιτεκτονικής και του ντιζάιν. Μαζί με τον Ζαν Νουβέλ, τον Ρεμ Κούλχαας (ήταν συμφοιτητής της), τον Ρέντσο Πιάνο και τον Φρανκ Γκέρι άλλαξαν τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε το δομημένο περιβάλλον στην εποχή μας. O πρόωρος θάνατός της σε ηλικία 65 ετών σκόρπισε το πένθος σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλωστε, είχε δραστηριοποιηθεί σε πολλές γεωγραφικές περιοχές της υφηλίου.

Η Χαντίντ πέθανε προχθές από καρδιακό επεισόδιο, ενώ ήταν ήδη σε νοσηλεία στο Μαϊάμι γιατί υπέφερε από βρογχίτιδα. Ο αιφνίδιος χαμός της άφησε τον κόσμο πιο φτωχό σε έμπνευση αλλά και σε τόλμη, μιας και η ιρακινής καταγωγής αρχιτέκτων είχε φτιάξει οικοδομήματα που σίγουρα θα εικονογραφήσουν μια ημέρα τις σελίδες μιας αρχιτεκτονικής επισκόπησης του τέλους του 20ού αιώνα και των αρχών του 21ου.

Η Χαντίντ ήταν πολυβραβευμένη, είχε χριστεί Dame από τη βασίλισσα Ελισάβετ και ήταν η πρώτη γυναίκα που έλαβε το χρυσό μετάλλιο από το Βασιλικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, ενώ είχε ήδη κερδίσει και το Πρίτσκερ. Ηξερε να στέκεται με αποφασιστικότητα σε χώρους ανταγωνιστικούς, στους οποίους συνήθως κυριαρχούν οι άνδρες, ενώ δεν της άρεσε και πολύ να της υπενθυμίζουν την καταγωγή της, θεωρώντας ότι μόνη της άνοιξε τον δρόμο της επιτυχίας. Εκείνη τα κατάφερε με σκληρή δουλειά, όχι με τον «εξωτισμό» ότι προήλθε από μια χώρα που μονοπωλεί το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Δεν ήταν εύκολος χαρακτήρας και δεν έδινε συνεντεύξεις με προθυμία. «Το ξέρω ότι με λένε δύσκολη. Οταν όμως είσαι γυναίκα, στην αρχιτεκτονική πάντα σε αντιμετωπίζουν σαν outsider. Εντάξει, δεν πειράζει, μου αρέσει να είμαι στην κόψη».
Γεννημένη στη Βαγδάτη το 1950, σπούδασε μαθηματικά στη Βηρυτό και μετά άνοιξε τα φτερά της για το Λονδίνο, όπου ήταν μαθήτρια του Ηλία Ζέγγελη. Η βρετανική πρωτεύουσα αποτέλεσε τη βάση για τη διεθνή καριέρα της. Ανοιξε το δικό της γραφείο το 1979 και το πρώτο έργο με την υπογραφή της ήταν το Vitra Fire Station στα γερμανοελβετικά σύνορα. Σταδιακά κέρδισε τον σεβασμό, διότι μπορούσε να κινηθεί με άνεση στο δίπολο θεωρίας και πράξης που συχνά χωρίζει τους αρχιτέκτονες σε κατηγορίες. Ηταν εξίσου προικισμένη και στα δύο, έχοντας ως χαρακτηριστικό της την κίνηση που έκανε τα κτίρια να μοιάζουν με γλυπτά, με ρευστότητα και χάρη, με καμπύλες και με δυναμικές που εντυπώνονται στο βλέμμα.

Εχει σχεδιάσει μερικά από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια στον κόσμο, όπως το Heydar Aliyev Cultural Center στο Μπακού, το London Aquatics Centre, το μουσείο Riverside της Γλασκώβης, τη γέφυρα Sheikh Zayed Bridge στο Αμπου Ντάμπι, την όπερα στην Γκουανζού, το μουσείο ΜΑΧΧΙ στη Ρώμη, το Phaeno Science Centre στο Βόλφσμπουργκ. Ενα από τα πιο αμφιλεγόμενα έργα που έκανε τον τελευταίο καιρό ήταν το ποδοσφαιρικό στάδιο στο Κατάρ, όπου θα διεξαχθεί το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Η Χαντίντ είχε τη σχεδιαστική ευχέρεια που της επέτρεπε να δοκιμαστεί παντού. Εβαλε την υπογραφή της σε ένα από τα εντυπωσιακότερα γιοτ στον κόσμο, ενώ το ταλέντο της την ωθούσε να πιέζει τα όρια της αρχιτεκτονικής και να δοκιμάζεται συνεχώς στο καινούργιο. «Η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνον ένα καταφύγιο, αλλά κάτι που σε περιέχει: Ενα κτίριο πρέπει να σε εξιτάρει, να σε ηρεμεί και να σε κάνει να σκέφτεσαι…».