ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο,τι μένει στη μνήμη είναι σημαντικό

1--13
2--7
3--4
4--4
5--3
6--3

Ο τίτλος της έκθεσης – εγκατάστασης «3 Παπακωνσταντίνου, Θοδωρής, Λίτσα, Λήδα» βάζει κατευθείαν τα πράγματα στη θέση τους. Στην αρχή μπαίνει ο πατέρας, ακολουθεί η μητέρα και τελευταία αναφέρεται η κόρη, η εικαστικός Λήδα Παπακωνσταντίνου. Η μοναδική εν ζωή μάρτυρας, αυτόπτης και συμμέτοχος, της αγαπητικής οικογενειακής και καλλιτεχνικής σχέσης τους αυτοβιογραφείται και ταυτόχρονα βιογραφεί τους γονείς της με ένα έργο-μωσαϊκό, υλικό του οποίου είναι οι τρεις τους. Τα υπάρχοντά τους εγκαταλείπουν τη στέγη τους στις Σπέτσες και τοποθετούνται στην Γκαλερί Φουγάρο με τέτοιο τρόπο ώστε η κόρη να μπορέσει να αφηγηθεί τις μνήμες της, να ανασυνθέσει διαδρομές και επιρροές που την καθόρισαν, να αποτίσει εντέλει φόρο τιμής στο έργο και τη ζωή των γονιών της.

Τι έχει απομείνει από τον κόπο πενήντα χρόνων δουλειάς δύο χειροτεχνών, του Θοδωρή και της Λίτσας Παπακωνσταντίνου, που βιοπορίζονταν από την τέχνη τους; Ξυλόγλυπτα, ζωγραφιές, μικρογλυπτά, εργαλεία, ένας πάγκος εργασίας φορτωμένος πράγματα, φερμένα από το εργαστήριο του πατέρα. Θυμάμαι επιπλέον μια χαμηλή καρέκλα με ζωγραφισμένη πλάτη, ένα παραβάν με διακόσμηση σαν νησιώτικο βοτσαλωτό, ένα τραπεζάκι που επάνω του ακουμπούν παλιά βιβλία και γράμματα, ένα χαρτόκουτο γεμάτο δίσκους, πολλές οικογενειακές φωτογραφίες.

«Να σας συστήσω τον πατέρα μου», λέει η Λήδα Παπακωνσταντίνου, ενώ στέκεται μπροστά σε ένα ωραίο ασπρόμαυρο πορτρέτο του, και σκέφτομαι ότι αυτή η εγκατάσταση, που μοιάζει με μνημονική άσκηση, ορίζεται από τον «Πατριάρχη» στο βάθος. Εργο σύγχρονο που φτιάχτηκε ειδικά για την παρούσα έκθεση από την κόρη: η κουνιστή καρέκλα του πατέρα αιωρείται μερικά μέτρα από το έδαφος και επάνω της αναπαύεται ένας μεγάλος μαλλιαρός αρκούδος με ρούχο ραμμένο στα μέτρα του, στο σώμα του, από το ύφασμα του παπλώματος που σκέπαζε το συζυγικό κρεβάτι των γονέων. Από το κεφάλι του ξεπετάγονται δύο υπέροχα, αιχμηρά κέρατα. Η κόρη δεν μασάει τα λόγια της, ούτε και στην αγάπη.

Ζήτησε λίγη υπομονή για να ολοκληρώσει τη δουλειά της, μέχρι να αρχίσουμε τη συνέντευξη. Το έργο βρίσκεται σε εξέλιξη, θα ολοκληρωθεί τις επόμενες ημέρες επάνω και μέσα στον χώρο. Η Λήδα Παπακωνσταντίνου, performer από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τη δεκαετία του ’70, αρχικά στην Αγγλία όπου ολοκλήρωσε τις καλλιτεχνικές σπουδές της και αργότερα στην Ελλάδα, τολμηρή, πρωτοποριακή, ρηξικέλευθη ακόμη κι όταν επιλέγει να επικοινωνήσει με εκφραστικά μέσα λιγότερα ηχηρά από εκείνα των πρώτων της εγχειρημάτων, γράφει σε παλιότερο κείμενό της («Λήδα Παπακωνσταντίνου 1969 – 2004», εκδ. Cube): «Κάνω performance πάντα. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο της δουλειάς μου, προφανές μέσα στις χρονοκάψουλες όπου συλλαμβάνω, εκτελώ και υλοποιώ κάθε project».

Στέκεται δυο βήματα μακριά από την αριστερή πλευρά της ορθογώνιας αίθουσας, κρατώντας στα χέρια μια κόκκινη κλωστή –«Νήμα για βελονάκι», διευκρινίζει–, την οποία τυλίγει γύρω από μικρά καρφιά στερεωμένα στον τοίχο. Η κόκκινη γραμμή, το νήμα του πατέρα, κυμαίνεται με ανηφορικά και κατηφορικά ζιγκ-ζαγκ ακολουθώντας τα περιστατικά της πραγματικής του ζωής, λίγο πιο πέρα και παράλληλα ξεκινάει η αφήγηση της ζωής της μητέρας με γαλάζιο νήμα και κάπου κοντά στο τέρμα αυτής της πλευράς, πριν από τη γωνία, μπαίνει το πρώτο καρφί για τη δική της ζωή που εκτυλίσσεται με κίτρινο χρώμα: 1945, γέννηση στον Αμπελώνα της Λάρισας. Ολα τα προσωπικά στοιχεία είναι σημειωμένα με μολύβι, χειρόγραφα, στον τοίχο. Οταν διακόπτει τη δουλειά και πλησιάζει, βλέπω ότι το κόκκινο νήμα συνεχίζεται επάνω της, ένα αυτοσχέδιο κορδόνι που κρατάει τα γυαλιά πρεσβυωπίας κρεμασμένα στο στήθος της. «Και το αστείο είναι», λέει, «πως αυτά τα γυαλιά ήταν του πατέρα μου, τα είχε βρει στη θάλασσα».

Η μνήμη

Η συγκέντρωση του υλικού για την έκθεση της πήρε σχεδόν τρία χρόνια. «Ηξερα τι θυμόμουν από τη δουλειά των γονιών μου, αλλά η μνήμη είναι πάντοτε διακεκομμένη. Οταν άρχισα να κοιτάζω τα αρχεία τους, κατάλαβα ότι ξεκινούσα μια διαδικασία που θα κρατούσε καιρό. Και ότι στο τέλος της θα μπορούσα να δω την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα αυτών των νέων στοιχείων, που ερμηνεύουν κι εμένα ως καλλιτέχνη».

Το έργο που κρέμεται πίσω μας προέρχεται από μια παλαιότερη έκθεση με τίτλο «Past Revisited». Σε μια κόγχη πιο πέρα προβάλλεται ένα φιλμάκι Super-8mm τραβηγμένο το 1982, στο οποίο πρωταγωνιστεί το πρόσωπο της μητέρας της. Η καλλιτεχνική δουλειά της Λήδας Παπακωνσταντίνου προσεγγίζει και κυκλώνει τη μνήμη με κάθε τρόπο. «Ή εκείνη με κυκλώνει», λέει. «Κινούμαι εντός της, και με ενδιαφέρει τόσο ώστε να ρισκάρω την απουσία του ίδιου του αντικειμένου. Γιατί η performance έχει αυτό ακριβώς το στοιχείο, γίνεται και υπάρχει μόνον στη μνήμη. Είναι ένα μεγάλο ρίσκο που παίρνει κανείς υπολογίζοντας ότι κάτι, το οποίο έχει ελάχιστη πραγματική ύπαρξη μέσα στον χρόνο, θα καταστεί αξιομνημόνευτο. Αναλαμβάνω αυτή την ευθύνη ως συνθήκη εργασίας εδώ και πολλά χρόνια. Αλλωστε αυτή είναι και η προσωπική μου άποψη: ό,τι καταφέρνει να μείνει στη μνήμη είναι σημαντικό. Στη δική μου μνήμη και των άλλων ανθρώπων. Γι’ αυτό πρέπει να οξύνεται και να παραμένει ενεργή. Αλλιώς χανόμαστε».

Να μιλήσουμε λοιπόν για τις performances και την εμπειρία της από αυτές; «Αυτή τη στιγμή όλοι ασχολούνται με την performance, ας την αφήσουμε σε εκείνους. Αλλωστε δεν έχει νόημα να μιλάμε ετεροχρονισμένα για κάτι που πλέον έχει αναλυθεί. Οταν την επέλεξα, ήταν ένας κενός χώρος. Φεύγοντας από την Ελλάδα έπρεπε να σταματήσω να ζωγραφίζω. Κουβαλούσα πράγματα μαζί μου από τη χώρα μου, άρα ο βασικός εκφραστικός μου τρόπος ήθελε μια τομή. Από εκεί και πέρα, σαν καλή αμοιβάδα, προσέλαβα όσα συνέβαιναν γύρω μου και πήρα τις αποφάσεις μου. Τι είναι performance; Μια βαθιά ανάσα. Ξαφνικά αλλάζει ο ρυθμός της αναπνοής σου και ετοιμάζεσαι να αντιμετωπίσεις μια άγνωστη κατάσταση. Αλλά το κάνεις όσο και να φοβάσαι. Γνωρίζεις μόνον ότι εσύ, το κορμί σου και ο χώρος που βρίσκεται πίσω και εμπρός σου είναι απόλυτα δικός σου και κινείσαι εντός του χωρίς ενδιάμεσους. Ετσι αισθανόμουν τότε και έτσι εξακολουθώ να αισθάνομαι με κάθε έκθεση που κάνω».

Πιστή στις καλλιτεχνικές της αρχές –κρατάμε μόνον ό,τι συγκρατεί η μνήμη– μετά το τέλος της έκθεσης θα αποχωριστεί όσο το δυνατόν περισσότερα από τα αντικείμενα που συνθέτουν την εγκατάσταση. Ολα διατίθενται προς πώληση στους επισκέπτες. «Δεν έχω πια χώρο στο σπίτι στις Σπέτσες για να τα αποθηκεύσω», απαντάει στην έκπληξή μου. Τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στο νησί. Αυτό είναι απόσυρση; «Δεν αποσύρομαι ποτέ και από τίποτε. Ουδέποτε παραιτήθηκα από κάτι. Ολες οι δεκαετίες της ζωής είναι σημαντικές, το θέμα είναι να έχουμε συνείδηση της ημέρας γύρω μας. Ζω με συμπάθεια, και αυτό μου δίνει χαρά».

Και η τέχνη, έχει ακόμη νόημα για εκείνη; «Πάντα έχει, πάντα είχε και θα έχει. Η τέχνη είναι η καθημερινότητά μας, το ραδιόφωνο που ακούμε, τα έντυπα που διαβάζουμε, η γλώσσα που μιλάμε μεταξύ μας. Μια ζωντανή γλώσσα». Και σας ευχαριστεί ακόμη; «Ασταμάτητα. Οπως με ευχαριστεί να περπατάω και να κοιτάζω γύρω μου. Ή να βρίσκομαι μέσα στο σπίτι και να ακούω έξω τους ήχους της φύσης. Ξέρω πότε φυσάει, πότε βρέχει, πότε πέφτει ο ήλιος, πότε αλλάζουν τα χρώματα στον ουρανό χωρίς να τα βλέπω. Αυτό είναι η τέχνη, ο τρόπος που προσλαμβάνεις και απολαμβάνεις τον κόσμο. Και οι τρεις Παπακωνσταντίνου είχαμε αυτή την ικανότητα. Και την μαθαίναμε ο ένας στον άλλο».

​​Λήδα Παπακωνσταντίνου, «3 Παπακωνσταντίνου, Θοδωρής, Λίτσα, Λήδα», 2 Απριλίου – 15 Μαΐου 2016, Fougaro The Gallery, Ναύπλιο