ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Είναι αστείο, αλλά μου έλειπαν οι οδηγίες χρήσης»

abramovic1

«Η μέθοδος Abramovic είναι μια δημόσια συμμετοχική εμπειρία που επιτρέπει σε αυτούς που παίρνουν μέρος να βιώσουν το παρόν, να επανασυνδεθούν με τον εαυτό τους και να συνδεθούν με τους άλλους», λέει το τευχίδιο που δίνεται στους επισκέπτες της έκθεσης «As One» στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς, που μέχρι και τις 24 Απριλίου φιλοδοξεί να γεφυρώσει το χάσμα που χωρίζει τον μέσο Ελληνα από την τέχνη της περφόρμανς.

Συνδιοργανώνεται από τον Οργανισμό ΝΕΟΝ και από το Ινστιτούτο της πιο γνωστής ιέρειας της περφόρμανς στον κόσμο, της Μαρίνας Αμπράμοβιτς. Δεν συμπεριλαμβάνει μόνον το αφιέρωμα στη –δικής της έμπνευσης– σειρά ασκήσεων που μας βοηθούν να ξαναβρούμε την επαφή με τον εαυτό μας, αλλά και μια σειρά από δράσεις μακράς διαρκείας από έξι Ελληνες καλλιτέχνες που θα βρίσκονται εκεί 8 ώρες την ημέρα.

Κοντολογίς είναι ένα μίνι πανόραμα γνωριμίας με μια πιο σωματική διάσταση της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας, η οποία στη χώρα μας δεν είναι τόσο διαδεδομένη, παρότι είχαμε πολύ αξιόλογους καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με αυτήν.

Ανοιχτό μυαλό

Σύμφωνα με το μικρό μανιφέστο του «As One» δεν υπάρχει η προϋπόθεση της πρότερης γνώσης ή εξοικείωσης για να μπορέσει κανείς να βιώσει την εμπειρία της έκθεσης. Το μόνο που χρειάζεται είναι ανοιχτό μυαλό, καλή διάθεση και ίσως λίγη υπομονή, καθώς η ουρά για να μπει κανείς μέσα είναι μεγάλη. Με αυτό κατά νουν, ζητήσαμε από μια οικογένεια που πήγε ένα Σάββατο πρωί στην Πειραιώς να μας διηγηθεί την άμεση και ειλικρινή αντίδρασή της στη μέθοδο Abramovic.

Εχει αποτέλεσμα; Και αν ναι, είναι διαφορετικό ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τα ενδιαφέροντα; Στο «πείραμα» της «Κ» συμμετείχε ο 50χρονος ιδιωτικός υπάλληλος Δημήτρης, η 40χρονη γυναίκα του Σοφία που είναι εκπαιδευτικός και η 16χρονη κόρη τους Αναστασία. (Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουν μαθητές να μπουν στην έκθεση είναι να έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους.)

Πήγαμε μαζί τους ώς την πόρτα και μιλήσαμε ξανά έπειτα από περίπου 2 ώρες όταν είχαν ολοκληρώσει τη βόλτα τους.

Σαν ίδρυμα

«Εμένα μου φάνηκε πολύ περίεργο», λέει η έφηβη Αναστασία. «Στην αρχή κάναμε σε ομάδες δέκα ατόμων ασκήσεις –σαν γυμναστική– και κάποιες αναπνοές. Μετά μας έδωσαν να φορέσουμε όλοι ακουστικά που μας απομόνωσαν από το περιβάλλον και δεν επιτρεπόταν να μιλάμε μεταξύ μας. Υστερα μας έβαλαν σε ένα δωμάτιο όπου υπήρχε απόλυτη ησυχία και όλοι έκαναν αργές κινήσεις σαν να μη βιάζονταν, να μην είχαν στόχο. Είχα την αίσθηση ότι είχα μπει σε κάποιο ίδρυμα για ανθρώπους που δεν είναι καλά. Ενιωθα άβολα και δεν κατάφερα να ενταχθώ, αλλά αυτό δεν με πείραξε καθόλου. Ημουν και η πιο μικρή εκεί μέσα…».

Ο Δημήτρης αισθάνθηκε την ίδια αμηχανία με την κόρη του, αλλά δεν ήταν αρνητικός: «Μη σας φανεί αστείο, αλλά μου έλειπαν οι οδηγίες χρήσης. Δεν ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω, παρότι υπήρχαν κάποιοι “διευκολυντές” που μας καθοδηγούσαν στις ασκήσεις αλλά και στην αίθουσα. Ορισμένες δραστηριότητες με ξένισαν, όπως π.χ. ότι έπρεπε να ξεχωρίσω ένα βουναλάκι άβραστο ρύζι από τη φακή και να μετράω τους κόκκους. Αυτό που βρήκα ενδιαφέρον είναι ότι όντως έπεσαν οι ρυθμοί μου και άρχισα σταδιακά να αισθάνομαι πιο χαλαρός. Μου άρεσε ότι με έβαλαν σε ένα κρεβάτι να ξαπλώσω και με σκέπασαν. Ισως η πρώτη φορά να είναι πολύ αμήχανη και να θέλω μια ακόμα επίσκεψη για να νιώσω οικεία».

«Λοιπόν, νομίζω ότι καλύτερα απ’ όλους πέρασα εγώ», λέει η γυναίκα του η Σοφία. «Ισως γιατί ήμουν και η μόνη που ήξερα από πριν αρκετά πράγματα για την Αμπράμοβιτς, τις περφόρμανς και τα στοιχεία που χρησιμοποιεί στη δουλειά της, οπότε είχα μια αρχική ιδέα για το τι μπορεί να μας περιμένει. Το ότι έπρεπε να βγάλουμε το ρολόι μας και να αφήσουμε πίσω το κινητό ήταν μια πρώτη ένδειξη για το πνεύμα της μεθόδου. Το πιο αποκαλυπτικό βίωμα ήταν όταν με έβαλαν να κοιτάζω στα μάτια έναν εντελώς άγνωστο άνθρωπο. Αρχικά δεν τα κατάφερα. Με έπιασε κάτι περίεργο. Μετά όμως βρέθηκα πολλή ώρα απέναντι από μια γυναίκα χωρίς καμιά λεκτική επικοινωνία. Αυτό ήταν που πράγματι με πέρασε σε μια άλλη ψυχική κατάσταση. Αν θα ξαναπήγαινα; Ναι. Χωρίς το άγχος του παιδιού ή της δουλειάς που μπορεί να με περιμένει μετά…».