ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο φίλος μου, Παναγιώτης Τέτσης…

tetsis1

Πάνω στον ηχηρό κρότο της απουσίας του, θα ήθελα να αφηγηθώ όσα αισθάνομαι για τον Παναγιώτη Τέτση. Για όσα ο ίδιος με έκανε να αισθανθώ μέσα από τις λέξεις και τις πράξεις του. Τον άνθρωπο που γνώρισα και εκείνον που έμαθα, αφού ταξίδεψε για πάντα.

Ο Π. Τέτσης ήταν φίλος μου. Οσο παράξενο κι αν μοιάζει αυτό, εξαιτίας της απόστασης που «έχτισε» ανάμεσά μας το άθροισμα του χρόνου. Εξήντα χρόνια διαφορά. Μα ποιος είπε ότι η ηλικία καθορίζει τη φιλία; Βάζει όρια και φραγμούς; Πιο πολύ από μισός αιώνας. Μα ουσιαστικά μας χώριζαν δύο μέρες μόνο. Εγώ γεννήθηκα στις 13, εκείνος στις 15 Ιούνη. Πέρυσι το καλοκαίρι κάναμε μαζί τα πιο όμορφα γενέθλια. Σβήσαμε μαζί τις τούρτες μας σαν παιδιά και τελευταία φορά βρεθήκαμε στο «Καφενείο» που του άρεσε πολύ. Με την Κική και τον Σπύρο, που αγαπούσαμε πολύ. «La Κiki! La Κiki!» φώναζε κάθε φορά που τη συναντούσε και κάθονταν πλάι πλάι, λες κι ήταν μαθητούδια. Ο Τέτσης ήταν υπέροχη παρέα κι η συναναστροφή μαζί του συναρπαστική. Εδινε αξία στους τύπους. Φύσει ευγενής. Ακολουθούσε σε όλα μια ιεροτελεστία. Μια ιεροτελεστία και μια φροντίδα για το κάθε τι.       

Η καθημερινότητά του στο εργαστήρι… πρόγραμμα βαρύ καλλιτεχνικό, μεροκάματο κανονικό. Ακούραστος, ακάματος μέχρι τέλους. Τοποθετούσε τον καμβά στο πάτωμα και σχεδίαζε πάνω του με χρώματα, σε στάση τέτοια που έμοιαζε να σκάβει… Τα χρώματα της Υδρας τον συνόδευαν παντού. Το μπλε σε όλες του τις αποχρώσεις, το πράσινο, το κίτρινο και το πορτοκαλί. Τα χρώματα του Τέτση, οι πίνακές του στα πιο απόκρημνα και μυστικά τοπία της Υδρας. Το πνεύμα του διάσπαρτο παντού, σαν αύρα γύρω και πάνω απ’ το νησί. Πνεύμα μιας ύπαρξης που έλαβε χάρη να αποτυπώσει μυστηριακά τα άπιαστα χρώματα με τα οποία έπλασε ο Θεός την οικουμένη. Κι αυτά τα χρώματα της Υδρας τον συνόδευαν παντού από παιδί και σαν παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ του στην καρδιά, τριγύριζε στον κόσμο των ανθρώπων.

Ενα φτωχόπαιδο

Ο Τέτσης ξεκίνησε φτωχόπαιδο από την Υδρα ανεμίζοντας τα πινέλα στους αέρηδες, τους λόφους, τις ταράτσες και τα υψώματα, κι όταν οι συνομήλικοί του έφτιαχναν μπάλες από δέρμα ζώου κι έπαιζαν ποδόσφαιρο, εκείνος ανακάτευε τα χρώματα και μπογιάτιζε τον κόσμο, ανακατασκευάζοντάς τον όπως θα ήθελε να είναι. Στο μητρικό του σπίτι, μια μέρα μου αποκάλυψε τα πρώτα του σχέδια. Τα πρωτόλεια. Ζωγραφιές που έφτιαξε παιδάκι ακόμα πάνω στα πλατιά βότσαλα της θάλασσας. Κι ύστερα μεγαλώνοντας, κατάφερε να ταξιδέψει αυτά τα βότσαλα και –μέσα στη διάρκεια που έλαβε χώρο σ’ αυτό το σύμπαν η ύπαρξή του– να διαπρέψει με τη δουλειά, την τέχνη, το ταλέντο, την αισθητική του. Πολλά απ’ τα έργα του κοστίζουν αρκετά. Μα περισσότερα ακόμα κόστιζαν τα αισθήματα και η καρδιά του. Κι ό,τι δεν του άρεσε, ό,τι χαλούσε την αισθητική του, πάσχιζε ο ίδιος να το αλλάξει. Είτε αυτό ήταν μικρό είτε μεγάλο. Τα κατάφερε περίφημα με τις επιλογές του. Δεν ξέχναγε όμως ποτέ όσους περνούσαν δύσκολα και μοίραζε απλόχερα αυτό που αισθανόταν, χωρίς να περιμένει «ευχαριστώ».

Κάτι που γνωρίζαμε λίγοι ήταν πως εκτός των άλλων υπήρξε και εξαιρετικός μάγειρας. Οπως ανακάτευε τα χρώματα, έτσι του άρεσε να ανακατεύει τα υλικά των συνταγών του. Το λάδι, το αλάτι, το πιπέρι, το αλεύρι, τα μπαχάρια. Τις μυρωδιές και τις γεύσεις. Του άρεσε να ζυμώνει και να φτιάχνει ψωμί με προζύμι, μνημονεύοντας τις κουτσούνες, τα μικρά υδραίικα ψωμάκια, που έτρωγε στα παιδικά του χρόνια. Τότε που έμενε στο μητρικό του σπίτι και κοιμόταν στρωματσάδα πάνω σε κουβέρτες που μύριζαν φρεσκάδα. Απλωμένες όλη μέρα κάτω απ’ τον υδραίικο ήλιο, μοσχοβολώντας κάτι απ’ τα αρώματα της φύσης και των δένδρων. Του άρεσε να προσκαλεί τους φίλους του για φαγητό και γύρω από ένα φροντισμένο τραπέζι να στοιχειοθετούνται σκέψεις και συναισθήματα.

Ο πιο δικός του άνθρωπος ήταν η Νίνα. Ενα κομμάτι της ζωής του ευαίσθητο, τρυφερό, σπουδαίο. Δυο συλλαβές. Δυο «νι». Λεκτικός κραδασμός. Το όνομά της έμαθα στην Υδρα λίγες μέρες πριν. Μαζί με την ιστορία τους. Σε όλες τις εξόδους μας ο Τέτσης ερχόταν πάντα μόνος. Γνώριζα ότι ήταν παντρεμένος κι ότι η γυναίκα του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, αλλά δεν ρώτησα ποτέ ούτε εκείνον ούτε άλλον. Είκοσι ολόκληρα χρόνια, εξαιτίας της ασθένειάς της η Νίνα αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε πολλά… Ωστόσο εκείνος δεν της αφαίρεσε ποτέ τον πρωτεύοντα ρόλο… τουναντίον… Η προσοχή του ήταν εκεί, η φροντίδα ώς το τέλος. Δεν ξέρω αν ήταν τόσο το μεγάλο, ανυπέρβλητο συναίσθημα ή η ανάγκη, η αίσθηση ότι πράττει το σωστό για τη γυναίκα που πόθησε, στήριξε, φρόντισε τον Παναγιώτη, που από την Υδρα ξεκίνησε για την Αθήνα μοναχός, με τίποτα στις τσέπες και προορισμό να ζωγραφίζει. Αυτό που ξέρω ήταν πως κάθε πρωί, ο Παναγιώτης ξυπνούσε και τραγουδούσε στη Νίνα. Τα μεσημέρια στόλιζε με λουλούδια για εκείνη το σπίτι γεμίζοντας τα δωμάτια μυρωδιές και χρώματα και τα βράδια ξαπόσταινε τα όνειρά του στη συντροφιά της. Ετσι πέρασε μια ζωή πλάι στα χρώματα και τη Νίνα.          

Στο σπίτι, ανάμεσα στα έργα τέχνης, ξεχώρισα πίνακες που αποτύπωναν τη Νίνα στη νεότητά της. Το πρόσωπο, τη σιλουέτα της. Κι ανάμεσά τους κρεμασμένο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. «Στη Νίνα μου, για τα γενέθλιά της», έγραφε. Χρονολογία: «1990». Ενα κόκκινο τριαντάφυλλο ζωγραφισμένο για τη Νίνα. Πόση ομορφιά, πόση αγάπη, πόσος πυρετός στο κόκκινο επάνω. Κι αν δεν ήταν αγάπη αυτό τι ήταν; Δεν ξεδιπλώνει αλλιώς το νήμα, δεν προχωράει αλλιώς η ιστορία της αγάπης.

Οσα έχω να πω περιορίζονται, συμπυκνώνονται, συνθλίβονται μέσα στον αριθμό των λέξεων που μου επετράπη να χρησιμοποιήσω. Είχε βοηθήσει πολλούς, είχε εμπνεύσει πολλούς είχε εκφράσει περισσότερους.

Μια ζωή γεμάτη, σεμνή

«Εφυγε» ο Παναγιώτης Τέτσης. Θα πει κανείς πλήρης, στα ενενήντα ένα του χρόνια. Ζώντας μια ζωή γεμάτη. Για όσους τον γνωρίζαμε ήταν ξαφνικό. Κανείς δεν το περίμενε, γιατί έσφυζε από υγεία. Θάφτηκε βαθιά στη γη, αφού πρώτα γέμισε τον κόσμο χρώμα, πείσμα κι ανθρωπιά. Παιδί που δεν τα βρήκε έτοιμα. Που χρειάστηκε να τα δημιουργήσει όλα απ’ την αρχή. Να πλάσει τη μοίρα του στα δυο του χέρια. Και να της δώσει το σχήμα που ποθούσε. Δεν ξιπάστηκε ούτε στιγμή, όταν κατάφερε να φτάσει στο ζενίθ.

Ο τάφος του απλός, λιτός, όπως κι εκείνος. Εξω απ’ το κοιμητήρι, μια βάρκα με κουπιά είχε σαπίσει σκαρφαλώνοντας ώς εκεί να ξεκουραστεί απ’ τα μυριάδες ταξίδια και την αλμύρα της θάλασσας. Εσένα σκέφτηκα ακαριαία. Κάποτε μου ’πες πως το όνειρό σου ήταν μια βάρκα με κουπιά που ποτέ δεν είχες. Δεν χρειάστηκες, όμως, κουπιά για να μας ταξιδέψεις.